Το The Blood of Dawnwalker είναι dark fantasy RPG και το πρώτο πόνημα της πολωνικής Rebel Wolves, η οποία απαρτίζεται από πρώην developers της σειράς The Witcher. Ας δούμε αν το παιχνίδι δικαιολογεί το εύλογο hype που το συνοδεύει.
Καρπάθια Όρη, 14ος αιώνας. Μια από τις πιο μαύρες περιόδους της ανθρώπινης ιστορίας. Εμφύλιοι πόλεμοι, συνεχείς συγκρούσεις και, το χειρότερο όλων, ο Μαύρος Θάνατος ο οποίος θερίζει την Ευρώπη με τρομακτικό ρυθμό. Βρισκόμαστε στη κοιλάδα Vale Sangora, μια φανταστική κοιλάδα στο γεωγραφικό επίκεντρο όλων των γεγονότων και συνάμα αποκομμένη από όλες τις εξελίξεις. Ο χρόνος μοιάζει να έχει σταματήσει, οι συγκρούσεις συμβαίνουν μόνο πέρα από τα βουνά, ενώ ο Μαύρος Θάνατος έχει εξαφανιστεί εντελώς. Ο κατ’ ευφημισμόν ευεργέτης της κοιλάδας, ακούει στο όνομα Brencis. Σκληρός, αιμοδιψής, σπουδαίος πολεμιστής, κατάφερε να γίνει ο ηγέτης της κοιλάδας δια της βίας και να επαναφέρει την τάξη αλλά και την σωματική υγεία των υποκειμένων του. Η ευημερία, φυσικά, της κοιλάδας, έρχεται υπό προϋποθέσεις. Ο Brencis και οι υπασπιστές του είναι στη πραγματικότητα υπερ-αιωνόβια βαμπίρ, γνωστά ως Vrakhiri και αυτό που ζητούν ως αντάλλαγμα είναι η σταθερή προμήθεια αίματος από τους ανθρώπους, το «κοπάδι» τους εν ολίγοις. Η σχέση, φυσικά, είναι αμφίδρομη, με τους κατοίκους να γεύονται με τη σειρά τους το θαυματουργό αίμα των Vrakhiri το οποίο τους δίνει ζωή και τους προφυλάσσει από κάθε ασθένεια.
Τα πράγματα, φυσικά, δεν είναι τόσο ρόδινα όσο ακούγονται. Πολλοί είναι αγανακτισμένοι με την κατάσταση των πραγμάτων και η επανάσταση σιγοβράζει. Αναλαμβάνετε το ρόλο του Coen, κατοίκου ενός μικρού χωριού από το οποίο ξεκινάει η αρχή του τέλους. Κατόπιν ενός προλόγου και μιας αποτυχημένης εξέγερσης, ξεκινάει η περιπέτεια, η οποία, λόγω γεγονότων που δεν χρειάζεται να αναφέρουμε, βρίσκει τον πρωταγωνιστή μας ενώπιον δύο συνταρακτικών δεδομένων: πρώτον, έχει 30 ημέρες για να σώσει την οικογένεια του και δεύτερον, έχει μεταμορφωθεί σε Dawnwalker, κάτι μεταξύ Vrakhiri και ανθρώπου δηλαδή.

Σε γενικές γραμμές, η ιστορία είναι καλογραμμένη και κρατάει το ενδιαφέρον. Δυστυχώς, κάνει μια αρκετά μεγάλη αφηγηματική κοιλιά, με την ροή να δέχεται πλήγμα αμέσως μετά τον πρόλογο. Όσον αφορά τους χαρακτήρες, υπάρχουν ορισμένοι ενδιαφέροντες, ωστόσο και εδώ παρατηρείται μια αναίτια μη εμβάθυνση, ειδικά όσον αφορά τους τρεις υπασπιστές του Brencis. Στην ουσία, καλείστε (εάν το θελήσετε) να κυνηγήσετε πρώτα αυτούς τους τρεις ούτως ώστε να αποδυναμώσετε τον Brencis, ωστόσο τα quests τους δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον πέραν μιας, συνήθως, επιλογής που αλλάζει την τελική έκβαση ή τη μοίρα ενός (αδιάφορου) χαρακτήρα. Όσον αφορά τους συμμάχους σας, εδώ τα πράγματα είναι καλύτερα, καθώς τα quests τους είναι σαφώς μεγαλύτερα, πιο ενδιαφέροντα και ξεκλειδώνουν διαφορετικά φινάλε. Ακόμα και αυτά, μπορείτε να τα αγνοήσετε εάν το θελήσετε και να δοκιμάσετε απλώς τη τύχη σας μόνοι σας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Το παιχνίδι είναι πολύ ρευστό όσον αφορά την προσέγγισή σας στον τελικό στόχο, δεν έχει κανένα character shield (μπορούν να πεθάνουν όλοι, είτε από τα δόντια σας, είτε από επιλογές) και ευνοεί νέα playthroughs. Από την άλλη, στην ουσία τα μεγάλα και σημαντικά quests είναι μετρημένα, τα δευτερεύοντα είναι αδιάφορα και ελάχιστα, ενώ ο χάρτης μαστίζεται από ερωτηματικά πανομοιότυπης φύσεως (σπηλιές τεράτων, enemy camps και επιχειρήσεις των υπασπιστών του Brencis τις οποίες σαμποτάρετε με στόχο να τους νευριάσετε) δίχως αφενός να δίνει το κίνητρο στον παίκτη να εξερευνήσει και, αφετέρου, δίνοντας γρήγορα την αίσθηση του άδειου.
Όσον αφορά τον πολυσυζητημένο μηχανισμό των 30 ημερών, δυστυχώς δεν λειτουργεί όπως θα έπρεπε. Ουσιαστικά κάθε σας quest, camp, ερωτηματικό ή ακόμα και κάποιο skill point, καταναλώνουν χρόνο, χρόνος ο οποίος λειτουργεί με τη μορφή συναλλάγματος. Το πρόβλημα είναι πως, παρά τον περιορισμό των 30 ημερών, το παιχνίδι δεν καταφέρνει πάντα να δημιουργήσει την αίσθηση ότι πραγματικά πρέπει να επιλέξετε τί θα θυσιάσετε. Αν ακολουθήσετε συγκεκριμένο τρόπο παιχνιδιού, μπορείτε να ολοκληρώσετε μεγάλο μέρος του διαθέσιμου περιεχομένου χωρίς η προθεσμία να γίνει ποτέ τόσο ασφυκτική όσο θα περίμενε κανείς από την ίδια την υπόθεση. Είναι πραγματικά κρίμα, καθώς ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να φέρει τον παίκτη ενώπιον συνταρακτικών επιλογών, κάτι που δεν συμβαίνει σε κανένα σημείου του παιχνιδιού παρά μόνο, οποία έκπληξις, στον πρόλογο. Τέλος, η διάρκεια κυμαίνεται από 15-20 ώρες έως βαριά 40.

Στα του gameplay τώρα, το παιχνίδι χωρίζεται σε δύο μέρη, τα οποία ωστόσο στον πυρήνα τους ακολουθούν την ίδια λογική. Όπως προαναφέραμε, ο Coen είναι ένας Dawnwalker, κάτι το οποίο του δίνει τη δυνατότητα την ημέρα να είναι ένας φυσιολογικός άνθρωπος και τη νύχτα ένα αιμοδιψές βαμπίρ. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, οι μάχες γίνονται αποκλειστικά με το σπαθί και με ορισμένες δυνατότητες μαγείας, οι οποίες σας βοηθούν και σε άλλα κομμάτια του gameplay, όπως το να μιλάτε σε νεκρούς ή να πραγματοποιείται εξορκισμούς σε συγκεκριμένα σημεία, εξαγνίζοντας τα από τα πνεύματα. Κατά τη διάρκεια της νύχτας δεν μπορείτε να χρησιμοποιήσετε μαγεία. Αντιθέτως, αξιοποιείτε όλες τις δυνατότητες ενός βαμπίρ: επίθεση με τα νύχια, συγκεκριμένα skills στη μάχη, τηλεμεταφορά σε σημεία που δεν θα φτάνατε με τα πόδια κτλ. Το πιο σημαντικό, φυσικά, εξ αυτών είναι η ανάγκη σας για αίμα. Ο Coen δεν μπορεί να αναπληρώσει ζωή κατά τη διάρκεια της νύχτας με άλλο τρόπο πέρα από να πίνει αίμα, είτε κατά τη διάρκεια της μάχης, είτε βρίσκοντας κάποιο ζώο ως λύση ανάγκης, είτε επιτιθέμενος σε αντίπαλους στρατιώτες ή και αθώους περαστικούς. Πίνοντας αίμα, ανεβάζετε το corruption, το οποίο μεν ξεκλειδώνει πιο δυνατές ικανότητες, ωστόσο μπορεί (θεωρητικά) να έχει επίπτωση στο φινάλε, όπως επίπτωση μπορεί να έχει το πόσους αθώους θα σκοτώσετε για να κορέσετε την πείνα σας. Αξίζει να σημειωθεί, πως η κινησιολογία του Coen ως βαμπίρ είναι, πολλές φορές, εξόχως προβληματική, ειδικά η τηλεμεταφορά ή το να περπατάτε κάθετα σε τοίχους.
Ο πιο σημαντικός μηχανισμός του νυχτερινού Coen, αφορά τη διαχείριση ουσιαστικά της πείνας. Όπως προαναφέραμε, κανείς χαρακτήρας δεν είναι δεδομένο πως θα επιβιώσει μέχρι το φινάλε. Αν ξεκινήσετε διάλογο, λοιπόν, με τον οποιονδήποτε και η μπάρα ζωής σας είναι πολύ χαμηλά, υπάρχει πολύ σοβαρό ενδεχόμενο να χάσετε τον έλεγχο και να τον στραγγίξετε μέχρι θανάτου. Ένας αναμφίβολα εξαιρετικός μηχανισμός, ο οποίος ωστόσο υποσκάπτεται από το πόσο δυνατός αναπόφευκτα γίνεται ο Coen στη συνέχεια, με τη μπάρα ζωής να μεγαλώνει και ορισμένα buffs να μην σας αφήνουν σχεδόν ποτέ πεινασμένο. Η δε μάχη ακολουθεί τη directional combat λογική του Kingdom Come Deliverance. Αποκρούετε ή επιτίθεστε από την ανάλογη πλευρά με σκοπό είτε την τέλεια απόκρουση/αποφυγή είτε την επίθεση εναλλασσόμενων κατευθύνσεων. Η μάχη είναι σε καλό επίπεδο γενικώς, ωστόσο από ένα σημείο και μετά στερείται βάθους και καταντάει επαναλαμβανόμενη.
Αναφερθήκαμε στο corruption system, οπότε σε αυτό το σημείο θα σταθούμε στο έτερο μεγάλο σύστημα, το οποίο (θεωρητικά) διέπει τον πυρήνα του gameplay και των πράξεων σας, το infamy system. Κάθε τι που κάνετε ενάντια του Brencis ή των υπασπιστών του, γεμίζει την εν λόγω μπάρα. Όταν η μπάρα ξεπερνάει ορισμένα σημεία, συμβαίνει κάτι στον κόσμο κατ’ εντολή του δυνάστη μας. Πχ αυξάνονται οι περιπολίες στους δρόμους, στήνονται περισσότερα camps, αυξάνονται οι τιμές στα μαγαζιά κτλ, με απώτερο σκοπό φυσικά την ευημερία και ασφάλεια του βασιλείου. Όλα αυτά δεν έχουν σχεδόν κανένα αντίκτυπο, παρά μόνο αν τερματίσετε την εν λόγω μπάρα και σας επιτίθενται οι στρατιώτες με το που σας δουν, πράγμα το οποίο αν συμβεί θα είστε σίγουρα ήδη στο φινάλε. Σε γενικές γραμμές, το gameplay δανείζεται πάρα πολλά στοιχεία από το Witcher 3, ορισμένα μάλιστα ξεδιάντροπα (πχ το focus system όταν αναζητάτε στοιχεία του περιβάλλοντος). Όσον αφορά την RPG υπόσταση του τίτλου, είναι διττή. Ναι μεν μπορείτε να ακολουθήσετε διαφορετικά μονοπάτια και να δείτε εναλλακτικά φινάλε ή να σκοτώσετε ακόμα και σημαντικούς χαρακτήρες, ωστόσο η διαμόρφωση του χαρακτήρα σας δεν έχει το ανάλογο βάθος. Ο Coen θα είναι, μέσες άκρες, ίδιος, όσες φορές και αν ξαναπαίξετε το παιχνίδι, γεγονός που αφαιρεί το στοιχείο του πειραματισμού ή των διαφορετικών playstyles.

Στο τεχνικό κομμάτι, τα πράγματα είναι λίγο ζόρικα. Ας ξεκινήσουμε με τα θετικά. Η ατμόσφαιρα είναι, πραγματικά, εξαιρετική. Σκοτεινή, αποπνέει μια αίσθηση μόνιμου ζόφου, ενώ και οι φωτισμοί της Unreal Engine 5 είναι ώρες-ώρες χάρμα οφθαλμών. Ομίχλη που σας πνίγει, φεγγαρόφωτο που φωτίζει στοιχειωμένους βάλτους, μοναστήρια κατοικούμενα από νεκροζώντανες καλόγριες και ξεχασμένες κατακόμβες γεμάτες σκόνη και θάνατο. Ποιοτικά όμως τα γραφικά κυμαίνονται σε μέτριο επίπεδο. Κάποιες ώρες της ημέρας δείχνουν πολύ όμορφα ενώ κάποιες άλλες φαίνονται μιας γενιάς πίσω. Επίσης, τα facial animations και το lip sync ήθελαν επιπλέον δουλειά. Επιγραμματικά, αναφέρω και τα μέτρια textures σε ορισμένες επιφάνειες, το pop-up, τις παντελώς ανούσιες αντιδράσεις των NPC περαστικών στα πεπραγμένα σας, καθώς και την μικρή και επαναλαμβανόμενη κινητικότητα περαστικών ακόμα και στη μεγαλύτερη πόλη της κοιλάδας. Συνάντησα και μυριάδες bugs, καθώς και ανησυχητικά πολλά crash-αρίσματα (δίχως υπερβολή, μου έκανε τουλάχιστον 10). Όσο για τον ήχο, οι ερμηνείες είναι σε πολύ καλό επίπεδο, ενώ τόσο η μουσική όσο και τα ηχητικά εφέ δένουν άψογα με το σύνολο των επί της οθόνης συμβάντων.
Το The Blood of Dawnwalker είναι μια αξιόλογη πρώτη προσπάθεια με το βλέμμα στο μέλλον, σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό είδος παιχνιδιών. Η βάση για να χτιστεί κάτι καλό υπάρχει, παρά τις αδυναμίες και την προφανή δημιουργική ατολμία σε κάποιους τομείς. Επίσης, η προώθηση (και κοστολόγηση) του τίτλου ως ΑΑΑ, δεν λειτουργεί υπέρ του. Σε κάθε περίπτωση, αν είστε φαν του Witcher και των vampire games αξίζει την προσοχή σας, απλά μην περιμένετε κάποιο αριστούργημα επιπέδου CD Projekt.
| Πλατφόρμα: | PS5 (review), Xbox Series, PC |
|---|---|
| Ανάπτυξη: | Rebel Wolves |
| Έκδοση: | Bandai Namco |
| Προμηθευτής: | Bandai Namco Hellas |