alt text

Retro horror nights

, 4 Φεβρουαρίου 2019  

Ήταν εκείνη η νυχτιά που φύσαγε ο βαρδάρης, όπως γράφει και ο μεγάλος Νίκος Καββαδίας, συνηθισμένη εφηβική νυχτιά, όπου το αίμα πάγωσε στις φλέβες του μαυρομάλλη τότε υποφαινόμενου, για πρώτη φορά με τέτοιο τρόπο. Παγωμάρα διαφορετικής συναισθηματικής προέλευσης από την ένοχη απόλαυση που προσέφερε μια -νοικιασμένη κρυφά- ταινία θρίλερ, χίλιες φορές πιο έντονη από την διασκεδαστική παρακολούθηση ενός εφιάλτη στον δρόμο με τις λεύκες ή ενός ταξιδιού αναψυχής στη Crystal lake με ξεναγό τον Jason. Δεν παρακολουθούσα τον πρωταγωνιστή. Ήμουν ο πρωταγωνιστής. Ήμουν ο πρωταγωνιστής σε μια ιστορία που έμελλε να αλλάξει τα δεδομένα στο gaming, δημιουργώντας έναν μύθο (που ζει και ακμάζει μέχρι και σήμερα), με την ονομασία Resident Evil.

Τότε βέβαια αυτό το όνομα δεν σήμαινε τίποτα. Ήταν απλά δύο λέξεις στο χαρτί του κουτιού του παιχνιδιού με έναν τρομαγμένο άντρα. Καμιά πληροφορία και κανένα τεράστιο event με καλεσμένους και cosplayers να διαφημίζουν το παιχνίδι. Δεν υπήρχε YouTube για να δούμε walkthroughs, easter eggs και τα διάφορα τέλη μαζεμένα σε ένα ωραίο, μονταρισμένο βιντεάκι. Υπήρχε μόνο η κονσόλα και το ταξίδι στο άγνωστο. Ίσως γι αυτό είναι -προσωπικά μιλώντας πάντα- τόσο δυνατές οι gaming αναμνήσεις και τα συναισθήματα εκείνης της εποχής. Όλα ήταν στην αρχή τους, όλα ήταν στην ακμή τους, μια βαρκάδα στο άγνωστο και η θάλασσα να λυσσομανάει. Ποιος μπορεί να ξεχάσει την αρχική σκηνή όπου στην έπαυλη βλέπεις το πρώτο ζόμπι να γυρνάει αργά προς το μέρος σου, μασουλώντας ακόμα ανθρώπινη σάρκα;

Η γνώριμη έπαυλη του Resident Evil, όπου ξεκίνησαν όλα.

Η γνώριμη έπαυλη του Resident Evil, όπου ξεκίνησαν όλα.

Τα ζόμπι βέβαια δεν ήταν τα μοναδικά που είχαν την τιμητική τους. Σε εκείνη τη χρυσή εποχή των 90ς και στις αρχές της νέας χιλιετίας ήμασταν τυχεροί που ζήσαμε όλες τις νέες τότε κυκλοφορίες όπως Silent Hill, Parasite Eve, Dino Crisis, Clock Tower, Project Zero και τόσες άλλες που μπορεί να ξεχνάω αυτή τη στιγμή. Μπήκαν στην ζωή μας και μας καθήλωσαν με γραφικά και σενάριο βγαλμένα από την πιο νοσηρή φαντασία. Κάποιες σειρές έγραψαν τη δική τους ιστορία και συνεχίζουν να τη γράφουν ανεβάζοντας τον ποιοτικό πήχη πιο ψηλά με κάθε νέο κεφάλαιο, ενώ άλλα εξαφανίστηκαν από το προσκήνιο αλλά ποτέ από τις καρδιές μας.

Οδηγός αυτής της πρωτόγνωρης ψυχρολουσίας τρόμου κατ' εμέ και με μια μόνιμη θέση στην ελίτ των παιχνιδιών τρόμου το πρώτο Silent Hill με τη σήμα κατατεθέν στοιχειωμένη του ατμόσφαιρα. Η μαεστρία που είχε ο συγκεκριμένος τίτλος να προκαλεί ένα συνεχές βάρος στο στήθος από το άγχος της περιπλάνησης σε αυτή την ατελείωτη ομίχλη, με μοναδική συνοδεία απάνθρωπους ήχους από το υπερπέραν, ήταν κάτι αξέχαστο. Παραμένει ακόμα ένα παιχνίδι με το οποίο δεν άντεχα να ασχοληθώ συνεχόμενα για πάνω από μία ώρα λόγω όλων αυτών των άρρωστων καταστάσεων και οπτικών ερεθισμάτων. Τα υπόλοιπα Silent Hill με την εξέλιξη τους επίσης προσέφεραν αξέχαστες στιγμές, πάντα με ένα συγκεκριμένο σχεδιαστικό μοτίβο: το αρχικό πεδίο δράσης φαινομενικά πάντα αθώο, ένα ασφαλές πρώτο στάδιο που περιλαμβάνει ένα νοσοκομείο, ένα σχολείο κτλ - χώροι υποτίθεται με μια αύρα ανέγγιχτης ιερότητας, στους οποίους έπρεπε να περιπλανηθεί ο παίκτης. Ξεδιπλώνοντας όμως την ιστορία βλέπαμε μπροστά στα έντρομα μάτια μας αυτούς τους ίδιους χώρους που από τη φύση τους έπρεπε να αποπνέουν μια ασφάλεια, να καταρρέουν. Το σχολείο, το νοσοκομείο, σταδιακά μετατρέπονταν σε μαυσωλείο, σε ανίερο χώρο με τοίχους να αναβλύζουν αίμα και δαιμονικές -cult φιγούρες πια- νοσοκόμες να στοιχειώνουν τα όνειρα μας ακόμα και σήμερα.

Silent Hill, η αρχή ενός εφιαλτικού ταξιδιού.

Silent Hill, η αρχή ενός εφιαλτικού ταξιδιού.

Από εκείνη λοιπόν τη χρυσή εποχή, για μένα ήταν σαν να άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου και σηκώθηκε ένα αόρατο λάβαρο αγάπης και έλξης μέσα μου προς το συγκεκριμένο είδος παιχνιδιών. Ο τρόμος, η αγωνία της εξερεύνησης, το άγχος του τί παραμονεύει στην επόμενη αλλαγή της κάμερας και στο επόμενο cutscene, η προσμονή της λύτρωσης διαμέσω ιδρωμένων παλαμών και μισοτσακισμένων χειριστηρίων από το μανιώδες πάτημα των κουμπιών, μνημειώδεις μάχες με boss βγαλμένα από την πιο διεστραμμένη ανθρώπινη φαντασία και τόσες άλλες στιγμές, που όλες μαζί δημιουργούν ένα παζλ υπέροχα εφιαλτικών αναμνήσεων. Όλα αυτά σε κάποιες σκοτεινές βραδιές, παρέα με φίλους, συνοδεία ποπ κορν, αναψυκτικών και φοβισμένων ουρλιαχτών. Οι δικές μας ξεχωριστές και αλησμόνητες νύχτες τρόμου, χωρίς live streaming, views και donations, μόνο καζούρα για το ποιος είναι η μεγαλύτερη... κότα και φοβητσιάρης, μοιρασιά συναισθημάτων με ολίγον από διαπεραστικό ρίγος στη ραχοκοκαλιά μας, διχογνωμίες για το τί είδους κακό παραμονεύει στις σκιές, και “γιατί, για το όνομα κάθε τί ιερού, χαράμισα την τελευταία χειροβομβίδα σε ένα ποταπό ζόμπι και δεν την κράτησα για το μεγάλο αφεντικό;”.

Χαίρομαι πραγματικά που εν έτει 2018, το είδος των παιχνιδιών τρόμου έχει ενηλικιωθεί τόσο όμορφα και μας έχει προσφέρει αληθινά “διαμαντάκια”, τόσο με φρέσκες ιδέες, όσο και με τις γνωστές πετυχημένες φόρμουλες ρετουσαρισμένες βέβαια και εξελιγμένες σε μεγάλο βαθμό. Από κοντά και το VR, που δείχνει να είναι πραγματικά ένα μεγάλο βήμα προς την απόλυτη και ολοκληρωτική τρομακτική εμπειρία. Κλείνοντας, πρέπει να κάνω ιδιαίτερη μνεία στην πρόσφατη κυκλοφορία του Resident Evil 2. Ένα παιχνίδι που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παιδικής μας ηλικίας, επιστρέφει δριμύτερο και πλήρως ανανεωμένο για να στοιχειώσει ξανά τα ενήλικα πια όνειρα μας. Ενήλικα όνειρα που ανθίζουν ακόμα όμως σε ανήλικες καρδιές, οι οποίες θα ξεκλέψουν λίγο από τον πολύτιμο πια χρόνο τους και θα μαζευτούν ξανά σε κάποιο σπίτι, σε ένα καναπέ, όπως παλιά, για να ξαναζήσουν το... remake των καλύτερων αναμνήσεων των εφηβικών τους χρόνων.