Resistance: Burning Skies Review

, Παρασκευή 1 Ιούνιος 2012 0  

Είναι μάλλον λυπηρό, να βλέπεις ευκαιρίες να πηγαίνουν χαμένες. Παιχνίδια που θα μπορούσαν να προσφέρουν τα μέγιστα, αλλά για τον ένα ή τον άλλο λόγο αποτυγχάνουν, και μάλιστα παταγωδώς. Το Resistance: Burning Skies είναι ένα τέτοιο παιχνίδι. Όντας το πρώτο FPS σε φορητή κονσόλα με δυο αναλογικούς, θα μπορούσε με άνεση να δείξει το δρόμο, τόσο για την αξιοποίησή τους, όσο και για την υλοποίηση των μεγάλων σειρών της Sony στο Vita. Τελικά, με ένα σωρό παραπατήματα, μόλις που καταφέρνει το πρώτο.

1951 λοιπόν, και οι ΗΠΑ έχουν να αντιμετωπίσουν την εισβολή των Chimera που έχουν κατακτήσει τον υπόλοιπο πλανήτη. Οι αρχές των πολιτειών προσπαθούν να υποβαθμίσουν τον κίνδυνο, και ως ένα σημείο τα καταφέρνουν, μέχρι που τα πρώτα σημάδια της εισβολής γίνονται ολοφάνερα. Κάπου εκεί γνωρίζουμε τον John Riley, τον πυροσβέστη πρωταγωνιστή, που μπλέκει σε μια περιπέτεια με σκοπό να σώσει την οικογένεια του, και στην πορεία να αποτρέψει μια πανούργα, και πιθανώς ολοκληρωτικά καταστροφική συνωμοσία. Η αλήθεια είναι ότι, όπως μάλλον έχετε διαπιστώσει, το σενάριο του παιχνιδιού ακροβατεί μεταξύ του κλισέ και του γραφικού. Πέραν του γεγονότος ότι το είναι προβλέψιμο σε βαθμό σχεδόν αστείο, οι χαρακτήρες, οι διάλογοι, το πώς εξελίσσεται η υπόθεση μέσω των checkpoints και όλα τα συναφή, αποπνέοουν κάτι το παραμελημένο, σα να μην είχαν όρεξη οι developers να ασχοληθούν μαζί τους.

Το αποτέλεσμα; Σεναριακά, το Resistance: Burning Skies δε θα μπορέσει να σας “κατακτήσει”, ή έστω και να σας κάνει να νιώσετε κάποιο άλφα ενδιαφέρον. Η κατάσταση επιδεινώνεται ακόμα περισσότερο όταν καταλάβετε (υπερβολικά νωρίς) πως ακόμα και τα περιβάλλοντα και το όλο στήσιμο των επιπέδων είναι ένα αδιάφορο συνοθύλευμα των κλασικών παρασκηνίων – μια γέφυρα που καταστρέφεται, διάδρομοι ετοιμόρροπων κτιρίων και λοιπά, επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Το πεδίο της δράσης εναλάσσεται μεταξύ ανοικτών και κλειστών χώρων, οπότε το παιχνίδι δε μπορεί να χαρακτηριστεί κλειστοφοβικό, ενώ, από την άλλη, δε μπορεί να αναπτύξει ένα πιο «γρήγορο» gameplay. Η ταυτότητα δηλαδή του gameplay αμφιταλαντεύεται μεταξύ των δύο, χωρίς να μπορεί να ξεχωρίσει σε κάποιον από τους δύο πόλους.

Τα μοντέλα των όπλων είναι καλοσχεδιασμένα.

Η γραμμικότητα τώρα του gameplay είναι μάλλον αναμενόμενη. Όντας πρακτικά ένα παιχνίδι της πρώτης γενιάς, κανείς δε μπορεί να κατηγορίσει το Burning Skies για την προβλέψιμη ροή του, όμως υπάρχει ένα πρόβλημα. Στα τελευταία επίπεδα, όχι μόνο είναι γραμμικό και προβλέψιμο, αλλά αποπνέει και αίσθηση προχειροδουλειάς. Τα σημεία στα οποία εξελίσσονται οι μάχες με τους Chimera φαίνονται να έχουν σχεδιαστεί κατά τύχη, ή έστω πολύ βιαστικά. Πρόβλημα που θα νιώσετε ουκ ολίγες φορές, αφού όσο και να προσπαθείτε, τους Chimera θα μπορέσετε να τους εξολοθρεύσετε μόνο με συγκεκριμένους τρόπους. Γεγονός αδικαιολόγητο για δύο λόγους. Πρώτον, η AI των αντιπάλων είναι τόσο βασική που θυμίζει εποχές 2005. Οι Chimera μένουν ακίνητοι, ή απλά έρχονται να σας βρουν εκεί που “καμπερώνεστε”, ή, άμα αντιληφθούν χειροβομβίδα το μόνο που κάνουν είναι να μετακινούνται ελαφρώς από την αρχική τους θέση.

Δεύτερον, η ποικιλία των όπλων και των αναβαθμίσεων που υπάρχουν στο Burning Skies είναι αξιοζήλευτη. Οκτώ όπλα που καλύπτουν όλα τα γούστα (συμπεριλαμβανομένης και μια κορυφαίας καραμπίνας) και ένα κάρο αναβαθμίσεις για το καθένα δημιουργούν ένα πολύ δυνατό σύνολο. Κάθε όπλο συμπεριφέρεται διαφορετικά (άλλο το carbine ας πούμε, άλλο το bullseye), ενώ πέρα από την κανονική υπάρχει και η ειδική ικανότητα του κάθε όπλου, η οποία ενεργοποιείται μέσω της οθόνης αφής. Για παράδειγμα, το tagging του bullseye το ενεργοποιείτε ακουμπώντας παρατεταμένα τον εχθρό που θέλετε να σημαδέψετε, ενώ η βαλλίστρα που είναι συνδεδεμένη με την καραμπίνα οπλίζεται κάνοντας μια ειδική κίνηση με το δάχτυλο. Μέσω της οθόνης χειρίζεστε και τις χειροβομβίδες και πιο συγκεκριμένα την τροχιά τους στο πεδίο της μάχης, αλλά και το τσεκούρι που είναι πρακτικά το melee όπλο του παιχνιδιού (το οποίο είναι και από τα πιο απολαυστικά στοιχεία).

Aπό την άλλη, τα περιβάλλοντα είναι ανέμπνευστα και προβλέψιμα.

Όλα αυτά σε συνδυασμό με την πιο casual φύση του gameplay των Resistance (που υπάρχει και εδώ) δημιουργούν ένα διχασμένο gameplay. Κάποιες στιγμές νομίζετε ότι ασχολείστε με ένα πάρα πολύ δουλεμένο παιχνίδι, ενώ κάποιες άλλες το Burning Skies φαίνεται πως... μπάζει από κάθε πιθανή πλευρά του. Με ένα γεμάτο και χορταστικό τρίωρο στην αρχή του παιχνιδιού και άλλο ένα κουραστικό τρίωρο στο τέλος, ο ενθουσιασμός σας για τα όποια θετικά του παιχνιδιού θα έχει εξανεμιστεί μέχρι το τελικό boss (που είναι και μια παντελώς απογοητευτική μάχη). Βέβαια όλα αυτά έχουν να κάνουν μόνο με το single-player, τη μία από τις δύο περσόνες του τίτλου. Τι γίνεται όμως με το multiplayer;

Αφήνοντας λίγο στην άκρη τα τεχνικής φύσεως θέματα που ταλαιπωρούν το παιχνίδι τις τελευταίες δύο ημέρες, το multiplayer κατά πάσα πιθανότητα δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες που ήθελε να δημιουργήσει η Sony. Οι όμορφες και καλά δομημένες πίστες που είναι διαθέσιμες δεν είναι αρκετές για να καλύψουν την έλλειψη φαντασίας στα modes (υπάρχουν μόνο τα κλασικά, τύπου deathmatch, team deathmatch κλπ), ενώ η πλάκα που μπορεί να προσφέρει δεν υπερκαλύπτει την κενή και απρόσωπη φύση του. Η όλη δομή του είναι πολύ βασική, δίχως να προσφέρει κάτι πιο μελετημένο οπουδήποτε, ενώ κατά καιρούς υποφέρει από lagging.

Τεχνικά, το Burning Skies αποτυγχάνει να εντυπωσιάσει. Ενώ οι φωτισμοί είναι κορυφαίοι και τα μοντέλα των όπλων πανέμορφα, το πολύ ασταθές frame rate (που πέφτει πολύ συχνά κάτω από τα 25 fps, ενώ άλλες φορές είναι σταθερό στα 60), το aliasing και η non-native ανάλυση κόβουν πολύ από την εμπειρία. Από την άλλη πλευρά, ο ήχος είναι επίσης μέτριος. Τα εφέ των όπλων και το βάδισμα είναι φανερά συμπιεσμένα, τόσο πολύ μάλιστα που θυμίζουν άλλες εποχές, ενώ από το soundtrack ξεχώρισα μόλις καναδυό κομμάτια, με τα υπόλοιπα να είναι απλά αδιάφορα.

Τα bosses, αν και εντυπωσιακά, δεν προσφέρουν ιδιαίτερες συγκινήσεις.

Συνολικά, το Resistance: Burning Skies είναι ο ορισμός της απογοήτευσης. Ενώ είχε τα φόντα να δημιουργήσει μια νέα αγορά στο φορητό της Sony, το μόνο που καταφέρνει είναι να κατακρημνίζει τις όποιες ελπίδες είχαμε για μια αξιοπρεπή μεταφορά των Resistance του PS3 στο Vita. Παρόλα αυτά, σε στιγμές παραμένει διασκεδαστικό, και αν θέλετε ντε και καλα να παίξετε shooter στο λεωφορείο και έχετε ήδη αποκλείσει το Unit 13, δεν υπάρχουν και άλλες επιλογές πέρα από τον τίτλο της Nihilistic.

- Που και που μπορεί να γίνει διασκεδαστικό
- Εξαίσιος φωτισμός και μοντέλα όπλων
- Το multiplayer μπορεί να προσφέρει πλάκα...

- ...παρόλο που έχει θέματα
- Το gameplay έχει αρκετά προβλήματα
- Τραγική AI
- Μέτρια γραφικά, πολύ μέτριος ήχος
- Πολύ σύντομο στο χαμηλό βαθμό δυσκολίας

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 6.0

Πλατφόρμα: PS Vita
Έκδοση: Sony
Ανάπτυξη: Nihilistic
Διάθεση: Sony Hellas
Είδος: FPS
Παίκτες: Single-player, multiplayer
Επίσημο Site: http://www.myresistance.net/
Ημερομηνία Kυκλοφορίας: 30/5/2012
PEGI: 16