alt text

PlayStation VR2 review

Το 2016 η Sony μπήκε στο χώρο του VR με το PSVR για το PS4. Ήταν μία τολμηρή κίνηση εκ μέρους της, αφενός γιατί η τεχνολογία VR ήταν ακόμα σε σχετικά νέα μονοπάτια, αφετέρου γιατί επαναπροσδιόρισε την ταυτότητά της ως μία εταιρεία που τολμάει να προσφέρει κάτι διαφορετικό (που θα μπορούσε να αποδειχθεί αποτυχία, αν λάβουμε υπόψη τις αντίστοιχες προσπάθειες της Microsoft με το Kinect). Παρόλα τα τεχνικά θέματα (και είχε αρκετά από αυτά), το PSVR μπορεί να θεωρηθεί επιτυχία. Έκανε περίπου 5 εκατομμύρια πωλήσεις, αγαπήθηκε από τους κατόχους του και συνοδεύτηκε από πληθώρα παιχνιδιών και εφαρμογών (πάνω από 650 τίτλοι) . Το σημαντικότερό του πλεονέκτημα, όμως, είναι πως έδωσε την ευκαιρία σε ευρύ κοινό να γνωρίσει την εμπειρία του VR – μία εμπειρία που κατ’ εμέ δε συγκρίνεται με κανένα είδος «flat» παιχνιδιού.

Τα τεχνικά θέματα προέκυψαν κυρίως από το ότι η Sony, όταν κυκλοφόρησε το PS4, μάλλον δεν είχε στο μυαλό της την προοπτική του VR κι έτσι αποφάσισε να σχεδιάσει τη συσκευή με τρόπο που να υποστηρίζει το σχετικά παλιακό hardware. Επανέφερε στο προσκήνιο τα χειριστήρια Move και την κάμερα, καθώς το PSVR εξαρτιόταν από το τί έβλεπε η κάμερα αυτή. Για τα δεδομένα του, ήταν εντυπωσιακή η υλοποίηση, καθώς τις περισσότερες φορές το tracking ήταν πολύ καλό και το immersion εξαιρετικό. Τα γραφικά των παιχνιδιών του, από την άλλη, στηρίζονταν στις δυνατότητες του PS4 (ή του πιο δυνατού PS4 Pro), αλλά και πάλι με ανάλυση 960x1080 (στο κάθε μάτι) οι developers έπρεπε να βρουν τρόπο να πετύχουν καθαρά γραφικά αλλά και καλή απόδοση. Για λόγους απόδοσης, χρειαζόταν και εξωτερικό κουτί, κάνοντας έτσι τη συνδεσιμότητα δύσκολη και αποτελούμενη από πολλά κομμάτια. Κάποια παιχνίδια του PSVR ήταν ιδιαίτερα όμορφα (πχ Astrobot, Blood and Truth), ενώ κάποια άλλα όχι τόσο. Η οθόνη OLED σε συνδυασμό με το καλό gameplay και immersion βοηθούσαν στο να ξεπεραστεί το θέμα αυτό. Πχ το Skyrim VR, ακόμα και με τα μετριότατα γραφικά του, δε συγκρίνεται ούτε με την πιο αναβαθμισμένη flat έκδοση του παιχνιδιού (κατά την ταπεινή μου άποψη πάντα).

Μετά, λοιπόν, την επιτυχία του PSVR ήταν θέμα χρόνου για τη Sony να ανακοινώσει τον διάδοχο. Όταν, λοιπόν, ανακοινώθηκε το PSVR2, δε θα έλεγα πως εκπλαγήκαμε, αλλά σίγουρα ενθουσιαστήκαμε. Ιδιαίτερα, όταν ανακοινώθηκαν λεπτομέρειες για τις τεχνικές του δυνατότητες. Η Sony απέδειξε πως δεν είναι απλά μία εταιρεία που πιστεύει και στηρίζει τους VR gamers, αλλά αναγνωρίζει και διορθώνει τα λάθη της. Έτσι, λοιπόν, ό,τι αρνητικό υπήρχε στο πρώτο PSVR, έχει διορθωθεί στο PSVR2. Όπως θα δούμε και παρακάτω, το tracking είναι πλέον inside-out και δε χρειάζεται επομένως την εξωτερική κάμερα, ενώ τη θέση των Move έχουν πάρει πλέον τα χειριστήρια Sense, σαφέστατα νέας γενιάς VR controllers που υποστηρίζουν όλα τα καλούδια του Dualsense του PS5.

Το PSVR2 έρχεται σε ένα απλό σχετικά κουτί, στο οποίο περιέχονται το headset, τα δύο χειριστήρια Sense, ένα (ναι, μόνο ένα) καλώδιο φόρτισης για τα χειριστήρια, ένα σετ ακουστικών και τα κλασικά βιβλιαράκια. Η συσκευασία είναι παρόμοια με του PSVR και αποτελείται από πλήρως ανακυκλώσιμα υλικά, όπως επιβάλλουν οι ανάγκες της εποχής. Αν κάτι μου λείπει, αυτό είναι άλλο ένα καλώδιο φόρτισης για το δεύτερο Sense (αν και στη θεωρία μπορεί να χρησιμοποιηθεί το καλώδιο του Dualsense), καθώς και το μαντηλάκι μικροϊνών που δινόταν με το πρώτο PSVR και προσωπικά χρησιμοποιούσα όλη την ώρα για να καθαρίζω τους φακούς. Το σετ κεφαλής θυμίζει αρκετά τον προκάτοχό του στο σχεδιασμό, αν και είναι στα χαρτιά κάποια λίγα γραμμάρια πιο ελαφρύ. Ενώ το PSVR2 είναι πολύ άνετο και εύκολα φορέσιμο, εντούτοις δεν σας κρύβω πως μου φαίνεται κάπως πιο άβολο σε σχέση με το πρώτο. Το νιώθω λίγο πιο βαρύ στο μπροστά μέρος, αν και μόλις το τακτοποιήσετε σύμφωνα με τη δική σας άνεση, φοριέται βολικά για ένα συνεχόμενο δύωρο-τρίωρο. Προσφέρει, όμως, απόλυτη προστασία από εξωτερικό φως, επομένως ακόμα και αν παίζετε ντάλα μεσημέρι με τον ήλιο ολούθε, δεν πρόκειται τίποτα να ενοχλήσει την εμπειρία σας.

Σε αντίθεση με το PSVR, το PSVR2 αποτελείται από διπλούς φακούς Fresnel, με οθόνες OLED και ανάλυση 2000x2040 στο κάθε μάτι. Οι διπλοί φακοί έχουν το πλεονέκτημα ρύθμισης της απόστασης ματιών (IPD), έτσι ώστε να επιτυγχάνεται το σωστό αποτέλεσμα για διαφορετικούς τύπους προσώπου. Οι Fresnel φακοί από την άλλη, έχουν το μειονέκτημα των λεγόμενων god rays (καθώς αποτελούνται από πολλά κυκλικά τμήματα τα φωτεινά pixels ανακλώνται κάποιες φορές υπό λάθος γωνία και δημιουργείται μία λάμψη σαν ακτίνες ηλίου), το οποίο οι περίεργοι θα το εντοπίσουν αλλά θεωρώ πως είναι πολύ μικρό για να ενοχλήσει. Επιπλέον, το PSVR2 διαθέτει αεραγωγούς που δροσίζουν το σετ κεφαλής, αποφεύγοντας τον ιδρώτα. Παρότι δεν ακούγονται και δεν καταλαβαίνετε πού ακριβώς βρίσκονται, είναι αλήθεια πως όσες ώρες έχω παίξει (και είναι αρκετές) δεν υπήρξε καθόλου ιδρώτας και ούτε θολούρες από χνώτα, κάτι που συνέβαινε συχνά-πυκνά στο PSVR. Τέλος, το σετ κεφαλής έχει απτική ανάδραση, με ένα μοτεράκι που δονείται στις κατά τόπους έντονες σκηνές και το οποίο, πιστέψτε με, σας βάζει πλήρως μέσα στο παιχνίδι.

Οι ενσωματωμένες κάμερες έχουν και το εξής πλεονέκτημα: με ένα κουμπί που βρίσκεται πάνω στο headset, μπορείτε ανά πάσα στιγμή να δείτε τον εξωτερικό κόσμο. Η εικόνα είναι ασπρόμαυρη μεν, αλλά με πολύ καλή ανάλυση και αίσθηση βάθους, δε ζαλίζει και είναι πάρα πολύ χρήσιμη. Αν έχετε χρησιμοποιήσει το PSVR και είστε σαν και εμένα που έβγαζα συνεχώς τη συσκευή για να δω πού βρισκόμουν, θα το εκτιμήσετε δεόντως. Επιπλέον, με τις κάμερες αυτές, στο αρχικό και ιδιαίτερα εύκολο σετάρισμα, σκανάρετε το χώρο σας και η συσκευή ορίζει έτσι την περιοχή παιχνιδιού. Αν δε σας κάνει η αυτόματη ρύθμιση μπορείτε πολύ εύκολα να προσθέσετε ή να αφαιρέστε χώρο, ορίζοντας έτσι τα όρια μέσα στα οποία θα παίζετε.

Η ανάλυση, η οποία στην ουσία μεταφράζεται σε 4Κ και συνοδεύεται και από HDR OLED οθόνες, είναι ό,τι πιο καταπληκτικό υπάρχει αυτή τη στιγμή σε VR. Σαφώς και είναι πάλι θέμα των developers να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες αυτές, αλλά ακόμα και μικρά indie, όπως το Thumper, «λάμπουν» στο PSVR2. Η καθαρότητα των γραφικών είναι εντυπωσιακή και είναι ακριβώς αυτό που επιθυμούσα κάθε φορά που έπαιζα με το PSVR. Aliasing δεν εντόπισα ούτε για δείγμα σε κανένα τίτλο που δοκίμασα, ούτε στα κοντινά αλλα ούτε και στα μακρινά αντικείμενα. Θα έλεγα πως τα γραφικά είναι σαν ένα καλοφτιαγμένο παιχνίδι στο PS4 Pro. Απέχουν προφανώς από τις λεπτομέρειες που έχουν βαρβάτοι τίτλοι στο PS5, αλλά είναι υποσχόμενα. Οι οθόνες OLED σε συνδυασμό με το HDR δίνουν καταπληκτικά χρώματα και κορυφαία μαύρα, που σε παιχνίδια όπως το Horizon Call of the Mountain εντυπωσιάζουν (στο παιχνίδι αυτό συγκεκριμένα αποδίδεται μέχρι και η εκτυφλωτική λάμψη του ηλίου). Έχοντας την ιπποδύναμη του PS5 από πίσω, το PSVR2 μπορεί άνετα να υποστηρίξει υψηλής ποιότητας γραφικά χωρίς αναμονές και loading. Επιπλέον, η συχνότητα έχει αναβαθμιστεί από 90Hz στο ελάχιστο έως και 120Hz, προσφέροντας πολύ πιο ομαλή εμπειρία σε σχέση με την παλαιότερη συσκευή, αλλά και τον ανταγωνισμό αυτή τη στιγμή.

Είναι όλα θετικά, λοιπόν, στα γραφικά; Σε γενικές γραμμές, ναι. Απλά υπάρχει ένα θέμα του PSVR που δυστυχώς επιστρέφει στο PSVR2, καθώς αποτελεί αρνητικό της τεχνολογίας OLED. Αυτό είναι το φαινόμενο mura, που μεταφράζεται σα να βλέπετε μέσα από ένα ελαφρύ πέπλο-καλσόν. Σαφώς λόγω υψηλής ανάλυσης υπάρχει σε πολύ μικρότερο βαθμό από ότι στο PSVR, αλλά είναι εδώ και μπορεί να ενοχλήσει τους περίεργους. Έχετε πάντα υπόψη πως τα οπτικά θέματα στο VR συνήθως ξεπερνιούνται, καθώς μόλις επιτευχθεί το μέγιστο immersion, όλα τα άλλα ξεχνιούνται από τον εγκέφαλο. Όπως επίσης ξεχνιέται και αυτό που αποκαλώ φαινόμενο μάσκας θαλάσσης – μπορεί το PSVR2 να προσφέρει 110 μοίρες θέασης, όμως το μαύρο προστατευτικό των φακών συνεχίζει να είναι ορατό δίνοντάς σας την αίσθηση πολλές φορές πως φοράτε μάσκα θαλάσσης και παρακολουθείτε τον κόσμο. Αυτό, βέβαια, ισχύει γενικότερα στο VR και ευελπιστώ κάποια στιγμή να βρεθεί καλύτερη λύση.

Οι τεχνικές εκπλήξεις συνεχίζονται με τις τεχνολογίες eye tracking και foveated rendering. Το πρώτο είναι πολύ εντυπωσιακό όταν το βλέπετε για πρώτη φορά. Ρυθμίζετε την αναγνώριση αυτή των ματιών όταν πρωτοανοίγετε τη συσκευή, αλλά μπορείτε κάθε φορά ακόμα και ενώ παίζετε να ελέγχετε τη ρύθμιση, όπως και όλες τις άλλες ρυθμίσεις ορατότητας ώστε να βεβαιώνετε την ορθή λειτουργία. Το δεύτερο (foveated rendering) στην ουσία ελέγχει την περιοχή που κοιτάτε με τα μάτια σας, έτσι ώστε να δώσει όλη την ιπποδύναμη απεικόνισης στο σημείο αυτό και να αφήσει τα υπόλοιπα γραφικά σε δεύτερη μοίρα. Με τον τρόπο αυτό επιτρέπει ακόμη και σε βαριά παιχνίδια να έχουν κρυστάλλινη απεικόνιση, αφού δε χρειάζεται το υψηλής ανάλυσης rendering σε όλη την οθόνη.

Προς το παρόν το eye tracking δεν υποστηρίζεται από όλα τα παιχνίδια και ελπίζω αυτό σύντομα να αλλάξει για δύο λόγους. Αφενός γιατί στο Horizon Call of the Mountain τα γραφικά πραγματικά είναι άλλου επιπέδου και ένας λόγος γι αυτό είναι και το foveated rendering. Αφετέρου γιατί η αναγνώριση ματιών έχει τόσες μα τόσες προοπτικές, από εύκολο χειρισμό μενού, κάτι που κάνει το Horizon, μέχρι την τέλεια στόχευση. Πχ στο Horizon είναι τόσο ομαλή η στόχευση καθώς το παιχνίδι σας βοηθάει αναγνωρίζοντας πού κοιτάτε, αντίθετα με πχ το Star Wars: Tales from the Galaxy’s Edge όπου πυροβολάτε με τα blasters ως άλλος storm trooper, κοινώς αλλού πατάτε και αλλού πηγαίνετε. Η αναγνώριση ματιών, επίσης, κάνει τους εφιάλτες ακόμη χειρότερους, καθώς στα παιχνίδια τρόμου χρησιμοποιείται με «κακούς» σκοπούς. Πχ στο The Dark Pictures Switchback υπάρχει σημείο όπου κάθε φορά που ανοιγοκλείνετε τα μάτια σας οι εχθροί πλησιάζουν όλο και περισσότερο. Πραγματικά φρικιαστικό.

Στο PSVR ένα θέμα που νομίζω ότι όλοι αναγνωρίζαμε ήταν το γενικό tracking. Λόγω των περιορισμένων δυνατοτήτων κάμερας, το tracking δεν ήταν πάντα επιτυχές, καθώς απαιτούσε σωστό φωτισμό, κατά προτίμηση χαμηλό για να μην υπάρχουν αντανακλάσεις πάνω στη συσκευή, σωστή θέση της κάμερας και σωστή απόσταση του παίκτη. Το αποτέλεσμα ήταν πολλές φορές μία ταλάντευση όλου του κόσμου του παιχνιδιού, το οποίο εκτός από ενόχληση, προκαλούσε επιπλέον ναυτία. Το PSVR2 ως σύγχρονη συσκευή ακολουθεί τα μονοπάτια του Quest 2 με inside-out tracking, αποτελούμενο από τέσσερις κάμερες πάνω στο σετ κεφαλής. Οι κάμερες αυτές παρακολουθούν τόσο τον εξωτερικό κόσμο όσο και τα χειριστήρια, στα οποία έχουν τοποθετηθεί 14 LED υπέρυθρου φωτός που διαβάζουν συνεχώς οι κάμερες. Το αποτέλεσμα είναι μία απίστευτη σταθερότητα, η οποία μπορεί να ήταν δεδομένη σε άλλες VR συσκευές, αλλά έλειπε στο πρώτο PSVR. Επιπλέον επιτρέπει στην ουσία παιχνίδι μικρής κλίμακας δωματίου, κοινώς μπορείτε να κινηθείτε ελεύθερα στο χώρο, καθώς δεν υπάρχουν περιορισμοί.

Μόνος περιορισμός σας, το ένα και μοναδικό καλώδιο που συνδέει τη συσκευή με το PS5. Εδώ τα σχόλια ποικίλλουν, καθώς πολύς κόσμος ονειρευόταν ασύρματη σύνδεση. Η αλήθεια είναι ότι η απουσία καλωδίου θα επέτρεπε πλήρως ελεύθερες κινήσεις, ενώ τώρα αν κάνετε μία στροφή 360 μοιρών νιώθετε έντονα την παρουσία του καλωδίου, καθώς αυτό τυλίγεται γύρω σας αποσπώντας σας προσωρινά από το παιχνίδι. Προσωπικά, ως κάτοχος και του πρώτου PSVR, το θεωρώ μικρό τίμημα για όσα προσφέρει το PSVR2. Κατανοώ πως αν χρησιμοποιείτε Quest 2 σας κακοφαίνεται, αλλά την ιπποδύναμη του PS5 δε θα μπορούσαν να την ενσωματώσουν σε μία τέτοια συσκευή. Από την άλλη, μία ασύρματη σύνδεση με το ίδιο το PS5 για λόγους rendering και ήχου κτλ, θα εκτόξευε την τιμή στα ύψη. Θεωρώ πως αν η πορεία του PSVR2 είναι η αναμενόμενα καλή, τότε στην επόμενη γενιά θα δούμε τέτοιου είδους ασύρματη σύνδεση.

Και περνάμε στα χειριστήρια Sense. Επιτέλους τέλος τα Move, επιτέλους αναλογικοί μοχλοί και όχι μόνο. Καταρχάς η εργονομία των χειριστηρίων είναι εντυπωσιακή, ενώ τα ίδια είναι τόσο ελαφριά που οριακά αισθάνεστε πως κρατάτε χειριστήριο. Το κάθε Sense έχει πάνω του έναν αναλογικό μοχλό, δύο σκανδάλες (τα R1, R2 και L1, L2 αντίστοιχα) και ένα κουμπί PS. Επιπλέον υπάρχουν τα κουμπιά share και options, ένα σε κάθε χειριστήριο. Δεν υπάρχει touchpad, το οποίο ενδεχομένως να βοηθούσε στην άμεση υποστήριξη όλων των flat παιχνιδιών σε cinema mode, τα οποία τώρα αναγκαστικά παίζονται μόνο με το Dualsense. Τα χειριστήρια επιπλέον υποστηρίζουν απτική ανάδραση όπως το Dualsense, κάτι που είναι μοναδικό για VR και όπως καταλαβαίνετε ανεβάζει επίπεδο σημαντικά την όλη εμπειρία. Τέλος, έχουν και αναγνώριση δακτύλων, δηλαδή καταλαβαίνουν πότε ακουμπάτε τα κουμπιά προσαρμόζοντας το avatar σας αντίστοιχα. Η αλήθεια είναι πως η αναγνώριση αυτή δεν είναι η ιδανική, αλλά προσφέρει το κάτι παραπάνω και ενδεχομένως θα λειτουργεί ακόμη καλύτερα σε μελλοντικούς τίτλους.

Η μπαταρία των χειριστηρίων διαρκεί περίπου τέσσερις ώρες, κάτι που ίσως αποθαρρύνει στη θεωρία ορισμένους παίκτες. Παρόλα αυτά, θεωρώ πως κάθε gaming session σε VR χρειάζεται διάλειμμα κάθε δύο-δυόμισι ώρες, επιτρέποντας έτσι χρόνο για φόρτιση των χειριστηρίων. Θα μπορούσαν να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια μπαταρίας; Εννοείται, αν και η Sony πάντα δοκιμάζει τα νεύρα μας με όλα της τα χειριστήρια ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.

Ο ήχος διατηρείται στα ίδια καλά επίπεδα του PSVR, το οποίο εντυπωσίαζε με το 3D audio του. Η διαφορά στο PSVR2 είναι πως τα ακουστικά τύπου ψείρες που συνοδεύουν τη συσκευή κουμπώνουν όμορφα πάνω στο headset, χωρίς να έχουμε πλέον εκείνο το ενοχλητικό καλώδιο που βαραίνει και τραβάει τα ακουστικά εκτός αυτιού. Επιπλέον, όταν δεν τα χρειάζεστε τοποθετούνται πάνω στο σετ κεφαλής και μπορείτε να χρησιμοποιείτε κάτι άλλο, όπως πχ το Pulse 3D της Sony που ταιριάζει και σχεδιαστικά και ανατομικά, καθώς αγκαλιάζει το headset προσφέροντας τον ωραίο, βαθύ 3D ήχο του. Το μόνο θέμα με το Pulse είναι πως με το έξτρα βάρος που έχει και την ενόχληση που προκαλεί στα αυτιά (τα δικά μου τουλάχιστον) μετά από ώρες παιχνιδιού, ίσως κάποιες φορές προτιμάτε τα απλά ακουστικά του PSVR2. Το αρνητικό σε αυτά τα ακουστικά, από την άλλη, είναι πως δεν έχουν κουμπί ρύθμισης της έντασης, όπως υπήρχε στο PSVR, οπότε πρέπει να ρυθμίζετε την ένταση μέσω του PS5.

Η τύχη του PSVR2, βεβαίως, θα κριθεί από τα παιχνίδια του. Ήδη υπάρχουν τίτλοι που μπορούν να πείσουν για την αγορά της συσκευής. Εκτός από το Horizon Call of the Mountain που ηγείται της πρώτης φουρνιάς νέων παιχνιδιών για το PSVR2, υπάρχοντα παιχνίδια PS5 όπως το Gran Turismo 7 και το Resident Evil 8 διαθέτουν VR mode, κάνοντας την εμπειρία τους εξωπραγματική. Επιπλέον, τα παιχνίδια που έχουν μεταφερθεί από άλλες VR συσκευές ενισχύονται από καλύτερα γραφικά, καθώς και από την απτική ανάδραση του headset και των χειριστηρίων. Τί γίνεται όμως με τα παιχνίδια του πρώτου PSVR; Εδώ, δυστυχώς, δεν υπάρχει το κερασάκι στην τούρτα που θα ήταν το πλήρες backward compatibility. Ενώ από τη μία αυτό είναι κατανοητό, λόγω εντελώς διαφορετικής αρχιτεκτονικής των δύο συσκευών, τα παιχνίδια PSVR που αυτή τη στιγμή υποστηρίζουν το PSVR2 είναι ελάχιστα. Επιπλέον, κάποια, όπως το Rez Infinite και το Thumper, απαιτούν αγορά αναβάθμισης στο PSVR2 με 5-10 ευρώ, κάτι που μπορεί να ενοχλήσει πολλούς. Ελπίζω πως όλο και περισσότερα παιχνίδια του PSVR θα έρθουν στο PSVR2 και ιδανικά με δωρεάν upgrade.

Τελευταίο άφησα το θέμα κόστους. Είναι, λοιπόν, το PSVR2 ακριβό; Ναι είναι. Αλλά όπως και να το κάνουμε το gaming γενικά είναι ακριβό σπορ. Από εκεί και πέρα, θεωρώ πως γι αυτά που προσφέρει έχει μία σχετικά λογική τιμή. Άλλωστε και το πρώτο PSVR είχε παρόμοια τιμή. Προσωπικά, αγόρασα το PSVR μαζί με PS4 Pro (δεν είχα PS4), μία κάμερα και δύο χειριστήρια Move. Αν προσθέσω και το Aim controller που αγόρασα λίγο αργότερα, στην ουσία είχα δώσει τα ίδια ακριβώς χρήματα όσα απαιτούνται για PS5 και PSVR2. Επιπλέον, τα VR headset για PC έχουν ανάλογη (ή και αρκετά υψηλότερη) τιμή, ενώ απαιτούν και ισχυρό PC, που ανεβάζει το συνολικό κόστος στα ύψη. Μόνη εναλλακτική το Meta Quest 2, το οποίο μετά την αύξηση της τιμής του, συν την κλασική ελληνική αισχροκέρδεια, κυκλοφορεί περιορισμένα στα περίπου 600+ ευρώ.

Το PSVR2 είναι ξεκάθαρα η επόμενη γενιά VR. Όχι μόνο διορθώνει τις αδυναμίες του προκατόχου του, αλλά αυτή τη φορά δουλεύει με μια κονσόλα που η ίδια έχει σχεδιαστεί με γνώμονα το VR. Είναι plug-and-play και δε χρειάζεται drivers ή κάτι παραπάνω. Καλό είναι, βέβαια, αν δεν έχετε ασχοληθεί με VR να το δοκιμάσετε πρώτα και να θυμάστε πως υπάρχει μία καμπύλη εκμάθησης προκειμένου να ξεπεραστούν θέματα ναυτίας και δυσκολίας. Σε κάθε περίπτωση, το PSVR2 αποτελεί την καλύτερη VR εμπειρία που υπάρχει αυτή τη στιγμή, παρά τα όποια αρνητικά του, έχοντας την υποστήριξη μίας εταιρείας με το, κακά τα ψέματα, καλύτερο «οικοσύστημα». Αυτό το τελευταίο είναι και το πιο σημαντικό: όσο η Sony πιστεύει στο VR, τα καλύτερα έρχονται. Στο μεταξύ, όσοι πιστοί προσέλθετε!

  • Εργονομικό headset και χειριστήρια
  • Εξαιρετικό tracking
  • Eye tracking και foveated rendering
  • Ανάλυση και γραφικά
  • Ήχος
  • Απτική ανάδραση σε χειριστήρια και headset
  • Mura effect
  • Σχετικά μικρή διάρκεια μπαταρίας των χειριστηρίων
  • Απαιτεί καλώδιο για τη σύνδεση
  • Υψηλή τιμή
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 9.0

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PS5
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Sony
ΕΚΔΟΣΗ:Sony
ΔΙΑΘΕΣΗ:Sony Hellas