alt text

Madison review

Είναι, πιστεύω, κοινό μυστικό πως τα old-school, σκληροπυρηνικά παιχνίδια τρόμου αποτελούν είδος προς εξαφάνιση. Πρόκειται για παιχνίδια άτεγκτα κι αδιάλλακτα, που δεν κάνουν συμβιβασμούς, δεν προσφέρουν βοήθειες, ούτε χτυπάνε φιλικά τον παίκτη στην πλάτη. Αντιθέτως, στέκονται απέναντί του, υποσκάπτουν την ευτυχία του, τον βγάζουν απ’ τη βολή του, του ασκούν έντονη και διαρκή ψυχολογική πίεση μέχρι να τον λυγίσουν, κι όταν (αναπόφευκτα) τον λυγίσουν, τότε είναι που ξεσαλώνουν κλωτσώντας το πτώμα του, επιδεικνύοντας το κεφάλι του σαν λάφυρο. Τα παιχνίδια αυτά είναι για το gaming, ό,τι ήταν ο William Friedkin για τον κινηματογράφο. Κι είναι εύλογο οι παίκτες που αποζητούν την αγνή horror εμπειρία να μην είναι πολλοί στον αριθμό, όμως το πάθος τους είναι τόσο πληθωρικό που αναπληρώνει το αριθμητικό έλλειμα. Αρκεί να εξετάσει κανείς τις αντιδράσεις στο θρυλικό πια PT των Hideo Kojima και Guillermo del Toro, ένα ιδιοφυές teaser δύο ωρών που προκαλεί ντόρο ακόμη και σήμερα. Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε με δύο αντίθετα ρεύματα: από τη μία η απροθυμία των περισσότερων στούντιο να φιλοτεχνήσουν μια αγνή, old school εμπειρία τρόμου, κι από την άλλη η ακόρεστη δίψα των σκληροπυρηνικών gamers να ζήσουν μια τέτοια εμπειρία. Και κάπου εδώ μπαίνει στο κάδρο το Madison της Bloodious Games.

Το Madison είναι ένα ψυχολογικό horror πρώτου προσώπου, τύπου Visage. Αναλαμβάνετε το ρόλο του δεκαεξάχρονου Luca, καθώς ξυπνά σ’ ένα γνώριμο για αυτόν δωμάτιο στο σπίτι του παππού του. Μόνη πηγή φωτός μια παλιά τηλεόραση χωρίς σήμα. Τα χέρια του Luca είναι γεμάτα αίμα, ενώ έξω από την πόρτα στέκει ο πατέρας του βουτηγμένος στην απελπισία. Κατηγορεί τον Luca για φόνους που ο ίδιος δε θυμάται να διέπραξε. Καθώς απομακρύνεται από το δωμάτιο, μέσα από ένα πέρασμα, η φωνή του πατέρα ξεθωριάζει. Τώρα ο Luca στέκεται σε έναν απόκοσμο διάδρομο. Το σπίτι του παππού του φαντάζει γνώριμο και ταυτόχρονα ξένο. Όπως σε ένα όνειρο που βλέπουμε ένα οικείο πρόσωπο, μ’ όλα του τα χαρακτηριστικά στην ορθή τους μορφή και θέση, όμως μέσα μας ξέρουμε πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά με αυτό το πρόσωπο, το νιώθουμε ολοκάθαρα πως κάτι άλλο κρύβεται στα ενδότερα και προσπαθεί να μας ξεγελάσει. Έξω η βροχή χτυπά τα παράθυρα με θόρυβο, βροντές ακούγονται κάθε τόσο – και όμως, η προοπτική του έξω φαντάζει ανείπωτα πιο θελκτική από το να μείνει κανείς σε αυτό το σπίτι, έστω και για λίγο.

Η ιστορία του Madison αποκαλύπτεται με το σταγονόμετρο, καθώς βυθίζεστε όλο και περισσότερο στον εφιάλτη. Ένα αρχαίο δαιμονικό τελετουργικό, μια σειρά φόνων που συνέβησαν στο παρελθόν, μια καταραμένη(;) φωτογραφική μηχανή, ένας φοβισμένος, αιματοβαμμένος έφηβος με κενά μνήμης συνθέτουν το μυστήριο που καλείστε να ξετυλίξετε. Πρόκειται για μια μάλλον τετριμμένη ιστορία, που όμως εφαρμόζει άριστα στην γενικότερη υφή του παιχνιδιού κι εναρμονίζεται πλήρως με το gameplay. Δεν υπάρχουν cutscenes εδώ, ό,τι μαθαίνετε το μαθαίνετε μέσα από την εξερεύνηση κι είναι καθαρά στο χέρι σας πόσο θα ασχοληθείτε.

Το σπίτι, όπου λαμβάνει χώρα το κύριο μέρος του παιχνιδιού είναι σχετικά μικρό, πλην όμως κλειστοφοβικό κι αλλόκοσμο, ενώ η αρχιτεκτονική και η παππουδίστικη διαρρύθμιση εξυπηρετούν το στοιχείο τρόμου. Βασική σας αποστολή είναι να αποδράσετε, πράγμα καθόλου εύκολο. Πολύ σύντομα διαπιστώνετε πως το σπίτι δεν έχει σταθερή δομή – εκεί που πριν ήταν τοίχος τώρα έχει μια πόρτα. Οι πόρτες δεν οδηγούν πάντα στο λογικό κι αναμενόμενο, καμιά φορά αποτελούν προθάλαμο ζοφερών, υπερκόσμιων, άκρως σουρεαλιστικών αλληλουχιών, εν είδει συνειδησιακής ροής ενός πυρετικού κι αλλόφρονος μυαλού. Και κάπως έτσι το σπίτι δεν είναι σπίτι, μα το κέντρο ενός κατακερματισμένου λαβυρίνθου με εφιαλτικές απολήξεις. Δεν υπάρχουν όπλα, ούτε σας δίνεται η δυνατότητα να υπερασπιστείτε τον εαυτό σας. Το inventory αποτελείται κυρίως από αντικείμενα που βρίσκετε και σας βοηθούν, είτε να ξεπεράσετε κάποιο εμπόδιο, είτε στην επίλυση γρίφων. Κινήστε αρκετά αργά ακόμη κι όταν τρέχετε, και φυσικά δεν υπάρχει η δυνατότητα αποφυγής – αν σας πιάσει (δεν θα πω ποιος, ποια ή τί) αυτό είναι το τέλος σας. Το μόνο σημαντικό μειονέκτημα του βασικού gameplay είναι ο κακός χειρισμός όταν ανοίγετε κάποια πόρτα ή ένα συρτάρι, και το ότι το inventory περιορίζεται στα οκτώ αντικείμενα, γεγονός που οδηγεί σε αχρείαστο backtracking.

Οι γρίφοι αποτελούν κεντρικό πυλώνα του τίτλου. Σε πρώτη φάση είναι απλοί, τύπου «βρες το κλειδί τριγωνικού σχήματος για να ανοίξεις την πόρτα» ή «σχημάτισε τον σωστό συνδυασμό ώστε να ανοίξει το λουκέτο». Απαιτούν σαφώς παρατηρητικότητα από πλευράς του παίκτη, καθώς η απάντηση μπορεί να κρύβεται σε ένα από τα δωμάτια που περάσατε 10 λεπτά πριν, όμως δεν αποτελούν ιδιαίτερη πρόκληση. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένοι γρίφοι αρκετά πολύπλοκοι κι είναι σχεδόν βέβαιο πως θα δεινοπαθήσετε, εφόσον επιλέξετε να τα βγάλετε πέρα μόνοι σας. Είναι εμφανές, πως οι δημιουργοί πρόσεξαν πάρα πολύ ως προς την τοποθέτηση των γρίφων στα σωστά σημεία, ώστε να μην διαταράξουν τον ρυθμό του παιχνιδιού. Προσπάθησαν να ισορροπήσουν την πρόδηλη επιθυμία τους να στριμώξουν τον παίκτη και να τον δυσκολέψουν όσο το δυνατόν περισσότερο, χωρίς όμως να ξεπεράσουν τα όρια και να τον αναγκάσουν να τα παρατήσει. Η εν λόγω χρυσή τομή είναι κατά τη γνώμη μου πολύ δύσκολο να επιτευχθεί, και με αυτό το δεδομένο θεωρώ την προσπάθειά τους επιτυχημένη. Οφείλω, όμως, να προειδοποιήσω, πως υπάρχουν αρκετές στιγμές όπου δεν έχετε ιδέα τί πρέπει να κάνετε και πώς να προχωρήσετε. Τα επίπεδα δυσαρέσκειάς σας εξαρτώνται από την ανοχή σας σε τέτοιες καταστάσεις.

Μοναδικός σας σύντροφος σε τούτο το αγωνιώδες ταξίδι είναι η instant camera που βρίσκετε στην αρχή του παιχνιδιού. Αυτή έχει δύο βασικές λειτουργίες: αφενός χρησιμοποιείτε το φλας της μηχανής για να φωτίσετε σκοτεινές γωνίες, με τον φόβο του τί μπορεί να εμφανιστεί να σας ακολουθεί πιστά, αφετέρου σας βοηθά στην επίλυση των γρίφων, καθώς η φωτογραφία του σωστού σημείου την κατάλληλη στιγμή είναι συχνά ο μόνος τρόπος για να προχωρήσετε. Κατά την άποψή μου, ο εν λόγω μηχανισμός είναι ιδιαίτερα ευφάνταστος, διότι ενισχύει δραματικά το στοιχείο του φόβου και της αγωνίας, ιδίως αν αναλογιστούμε την προοπτική των jump scares εντός του συγκεκριμένου πλαισίου, ενώ παράλληλα αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο. Γεγονός που μας φέρνει στο πιο αμφιλεγόμενο, κατ’ εμέ, στοιχείο του παιχνιδιού: η εκτενής χρήση των jump scares. Για πολλούς, η αλλεπάλληλη χρήση jump scares αποτελεί κόκκινο πανί, καθώς υποδεικνύει έλλειψη φαντασίας και καταφυγή στην εύκολη λύση. Σε γενικές γραμμές συμφωνώ, όμως εδώ τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά. Και ο λόγος είναι η πολύ έξυπνη τοποθέτησή τους (ή η αναπάντεχη απουσία τους πολλές φορές) στο πλαίσιο ενός συνόλου που τα υποστηρίζει πλήρως, χωρίς να βασίζεται μόνο σε αυτά για να τρομάξει. Η ύπαρξη της instant camera και η αβίαστη ένταξή της στο gameplay παίζει σημαντικό ρόλο σε ό,τι αφορά το τελευταίο αυτό σκέλος.

Δεδομένου πως μιλάμε για ένα ακραιφνές κι αυθεντικό horror game, δεν γίνεται να μην αναφερθούμε στον τρόμο που το διαπνέει. Και ο τρόμος είναι θαρρώ στοιχείο πολυμορφικό (αναφέρομαι στο είδος, όχι στη λέξη κάθε αυτή). Πχ το (αγαπημένο) Martyrs του Pascal Laugier είναι μια ταινία που δεν φοβήθηκα σε κανένα σημείο της, και όμως, η αίσθηση της ανείπωτης σαπίλας, της αποστροφής και της απόγνωσης είναι τόσο έντονη, που νιώθω πως βίωσα την απόλυτη εμπειρία τρόμου στην πιο καθαρή του μορφή. Αντίστοιχα, ακρογωνιαίος λίθος των πρώτων τριών Resident Evil δεν είναι ούτε ο φόβος, ούτε η απόγνωση – τα παιχνίδια αυτά διαπρέπουν ως horror λόγω του εθιστικού και συνάμα ανυπόφορου αισθήματος άγχους και πανικού που προκαλούν. Το Madison καταφέρνει και συνδυάζει ορισμένες από τις παραπάνω εκφάνσεις του τρόμου, εναλλάσσοντας τα στοιχεία και πειράζοντας τις δοσολογίες κατά το δοκούν. Yπάρxουν στιγμές έντονου πανικού, άλλες όπου ο φόβος παραλύει τα μέλη του σώματος και θολώνει το μυαλό, στιγμές όπου ουρλιάζετε σαν ανυπεράσπιστο παιδάκι, και υπάρχουν και ένα-δυo σημεία όπου πιθανώς θα αναγκαστείτε να σταματήσετε γιατί δεν αντέχετε άλλο. Πρόκειται για παιχνίδι που επιβάλλει τα διαλείμματα ανά τακτά χρονικά διαστήματα, προς αναζήτηση χαλάρωσης κι ανασυγκρότησης.

Περνώντας στον τομέα των γραφικών, εξεπλάγην ευχάριστα δεδομένου πως μιλάμε για indie game. Το παιχνίδι είναι αρκούντως προσεγμένο κι έχει φτιαχτεί με κόπο και μεράκι. Η χρήση των φωτοσκιάσεων είναι πολύ έξυπνη και αποτελεσματική – κρύβει τις αδυναμίες, προσδίδει ποιότητα στην καλλιτεχνική επιμέλεια, και δημιουργεί ατμόσφαιρα ταυτόχρονα. Υπάρχουν ορισμένες λεπτομέρειες, πχ η βροχή στα παράθυρα, όπου το χαμηλό budget φαίνεται, όμως δεν αρκούν ώστε να χαλάσουν την συνολική εικόνα. Ο σχεδιασμός, η αρχιτεκτονική και η διακόσμηση του σπιτιού, όπως και των υπόλοιπων περιοχών, είναι άρτιος, πληθωρικός και δίνει την εντύπωση παραγωγής υψηλών προδιαγραφών. Σε ό,τι αφορά τον τεχνικό τομέα, προσωπικά δεν συνάντησα κανένα πρόβλημα, αν και έχω διαβάσει αρκετά σχετικά παράπονα στο διαδίκτυο. Από εκεί κι έπειτα, σε ένα τέτοιο παιχνίδι κυρίαρχο ρόλο παίζει ο ήχος. Φαίνεται πως οι δημιουργοί το γνωρίζουν καλά και έπραξαν αναλόγως. Ο 3D ήχος είναι υψηλού επιπέδου, καθώς χαρακτηρίζεται από σαφήνεια, ισορροπία κι ευκρίνεια. Τα απόκοσμα ηχητικά εφέ αντί μουσικής συνδράμουν τα μέγιστα στο ατμοσφαιρικό momentum, ενώ δημιουργούν μια μόνιμη, υποδόρια ενόχληση, και την αίσθηση πως κάτι είναι κοντά και σας παρακολουθεί. Τέλος, το voice acting κρίνεται καλό, με εξαίρεση, όμως, αυτό του πρωταγωνιστή, που είναι κάτω του μετρίου.

Δεν θα περίμενα ποτέ πως μόλις δύο άτομα θα κατάφερναν να συλλάβουν και να δημιουργήσουν ένα παιχνίδι τέτοιου ποιοτικού διαμετρήματος. Αυτό που πέτυχαν είναι αν μη τι άλλο αξιοθαύμαστο. Το Madison δεν είναι το καλύτερο horror που φτιάχτηκε ποτέ, κατοικοεδρεύει όμως στα ανώτερα ποιοτικά στρώματα της σχετικής λίστας. Είναι ένα old-school, αγνό, σκληροπυρηνικό παιχνίδι τρόμου, που δε χαρίζεται, δεν συμβιβάζεται και αδιαφορεί για την άποψη του κοινού. Ανήκει σε εκείνη τη σχολή βάσει της οποίας ένα παιχνίδι, αν δεν διχάσει, αν δεν προκαλέσει, αν δεν σταθεί απέναντι στον παίκτη, αν δεν παίξει με το μυαλό του, αν δεν τον χλευάσει, τότε κάτι δεν έχει κάνει σωστά. Υπάρχουν σαφώς αδυναμίες, η κλίμακά του είναι περιορισμένη, δεν αποτελεί υπόδειγμα πρωτοτυπίας, ενώ η μόλις έξι ωρών διάρκεια δεν του επιτρέπει να ξεδιπλώσει όλες τις αρετές που το χαρακτηρίζουν. Από την πλευρά μου, δεν τολμώ να φανταστώ τί θα συνέβαινε με περισσότερα ταλαντούχα άτομα στην παραγωγή και υψηλότερο budget. Εάν σας αρέσουν τα παιχνίδια τρόμου, εάν έχετε θάρρος στην καρδιά κι αρκετή αυτοπεποίθηση ώστε ο εφιάλτης του Madison να σας φαντάζει βατός, τότε βάλτε ακουστικά, κλείστε φώτα κι ετοιμαστείτε για μια εμπειρία τρόμου από εκείνες που μένουν χαραγμένες για χρόνια.

  • Αγνή εμπειρία τρόμου, για αγνούς φαν του είδους
  • Δυνατοί γρίφοι που δεν υποτιμούν τη νοημοσύνη του παίκτη
  • Δεν σε πιάνει απ’ το χεράκι, ούτε χαϊδεύει στοργικά την πλάτη
  • Υποβλητική κι αλλόκοσμη ατμόσφαιρα
  • Υπάρχουν σημεία που θα έπρεπε να απαγορευτούν
  • Ήχος υψηλού ποιοτικού επιπέδου
  • Έξυπνη χρήση και τοποθέτηση των jump scares…
  • ...όμως σε σημεία υπερβολική
  • Κακός χειρισμός
  • Αχρείαστα περιορισμένο inventory
  • Μικρή διάρκεια
  • Περιορισμένη κλίμακα
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 8.0

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PC, PS5, Xbox Series X/S, PS4, Xbox One, Switch
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Bloodious Games
ΕΚΔΟΣΗ:Perp Games