alt text

Last Stop review

, 29 Ιουλίου 2021  

Δεν έχω παίξει το Virginia, την προηγούμενη δημιουργία της Variable State, έχω ακούσει όμως πολύ καλά λόγια γι αυτό. Επιπλέον, το Last Stop εξαρχής έδειχνε να έχει κάτι που με τράβαγε να το δω, να το εξερευνήσω. Το ένστικτό μου δεν είχε άδικο, καθώς τελικά αποδεικνύεται καλή επιλογή – ένα στιβαρό παιχνίδι, που όμως “καίγεται” από αρκετά ελαττώματα.

Το Last Stop είναι narrative adventure. Στον πυρήνα του σεναρίου του είναι μία εξωγήινη πύλη προς το άγνωστο, η οποία δένει με την ύπαρξή της την ζωή τριών διαφορετικών ανθρώπων στο Λονδίνο: του John, της Meena και της Donna. Καθένας από τους παραπάνω έχει τα δικά του προσωπικά προβλήματα, τις δικές του έννοιες, τηn δική του ζωή. Όλα, όμως, έρχονται τούμπα μόλις μπλεχτούν με την πύλη αυτή και αυτό που βρίσκεται από πίσω. Το παιχνίδι ξεκινάει με μία εισαγωγή δύο νεαρών ατόμων που έπειτα από μία φάρσα βρίσκονται κυνηγημένοι από την αστυνομία. Στην προσπάθειά τους να ξεφύγουν καταλήγουν σε μία υπερφυσική πύλη, με έναν άγνωστο να τους προτρέπει να τη διαβούν. Το κορίτσι την διαβαίνει, το αγόρι όμως αποφασίζει να μείνει πίσω και να αντιμετωπίσει τους αστυνομικούς.

40 χρόνια μετά, η Meena εργάζεται σε μία άκρως μυστική Βρετανική υπηρεσία, η οποία της καταναλώνει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της. Είναι καριερίστας και ως εκ τούτου ο σύζυγος και ο γιος της έρχονται συχνά σε δεύτερη μοίρα. Ή έτσι νομίζουν όλοι: στην πραγματικότητα η Meena έχει εξωσυζυγική σχέση και προβάλλει πάντα την δουλειά ως δικαιολογία για να συνευρίσκεται με τον εραστή της. Όλα, όμως, αλλάζουν όταν μια μέρα εμφανίζεται μία νέα ταλαντούχα συνάδελφος που απειλεί τη θέση της στην εταιρία.

Η Meena, διχασμένη ανάμεσα στο ρόλο της ως μητέρα και σύζυγος και αυτόν ως καριερίστας και γυναίκα.

Ο John από την άλλη είναι ένας μεσήλικας πατέρας με μία σταθερή, αλλά βαρετή εργασία. Έχοντας μείνει ο μόνος γονιός για την κόρη του έχει πολλές ευθύνες, πολλά άγχη και μία εύθραστη υγεία μια και δεν προσέχει τον εαυτό του όσο θα έπρεπε. Επιπλέον, ο προϊστάμενός του στην δουλειά, που είναι κατά πολύ νεότερός του, τον έχει βάλει στο μάτι και του κάνει τη ζωή έξτρα δύσκολη. Συν τοις άλλοις, έχει ένα νεαρό εμφανίσιμο και ναρκισσιστή γείτονα, τον Jack, του οποίου η αλληλογραφία αποστέλλεται συνεχώς στην διεύθυνση του John. Μετά από ένα περίεργο συμβάν στο μετρό, o John βρίσκει τον εαυτό του στο σώμα του Jack και τον Jack στο σώμα το δικό του. Έτσι ξεκινάει μία περίεργη περιπέτεια για τους δυo τους στην προσπάθεια να βρουν την άκρη του νήματος.

Τέλος, η Donna είναι μία κλασική έφηβη. Ζει με την μητέρα της, τη μεγάλη αδερφή της και την σύντροφο της τελευταίας, ενώ οι κολλητοί της φίλοι είναι η Becky και ο Vivek. Νέοι γαρ, προκαλούν ανησυχίες στις οικογένειές τους μια και συχνάζουν όλη την ώρα μαζί και καθυστερούν να επιστρέψουν σπίτι. Αυτό χειροτερεύει ακόμη περισσότερο, όταν μία μέρα αποφασίζουν να παρακολουθήσουν έναν άγνωστο γείτονα, ο οποίος φέρνει πολλά άτομα στο σπίτι του αλλά κατά τα φαινόμενα κανείς από αυτούς δε βγαίνει από μέσα. Το ένα φέρνει το άλλο και οι τρεις φίλοι καταλήγουν να κρατούν αιχμάλωτο τον άγνωστο, για τον οποίο ανακαλύπτουν ότι έχει υπερφυσικές ικανότητες.

Το παιχνίδι αποτελείται από έξι κεφάλαια συν ένα τελευταίο. Τα πρώτα έξι κεφάλαια χωρίζονται επί της ουσίας σε τρεις διαφορετικές ιστορίες, μία για τον κάθε πρωταγωνιστή. Οι ιστορίες τους έρχονται και δένουν στο τελευταίο κεφάλαιο που είναι κοινό και για τους τρεις. Το σενάριο του παιχνιδιού είναι σε γενικές γραμμές πολύ καλό. Όχι τόσο λόγω της κατάληξής του ή των (ανύπαρκτων) εξηγήσεων που δίνει για τις μυστηριώδεις πύλες, αλλά λόγω του τρόπου που ξετυλίγεται. Είτε παίζετε την ιστορία της Meena, η οποία μάχεται μέσα της για την καριέρα, την οικογένεια και την ερωτική της ζωή, είτε παίζετε τον John, ο οποίος έχει αφεθεί στην μοίρα του με μοναδική του έννοια βέβαια τη μοναχοκόρη του, είτε παίζετε την Donna που επαναστατεί καθημερινά ως μία κλασική έφηβη, βλέπετε ότι οι διάλογοι, η πορεία της ιστορίας και το gameplay αφορούν προβλήματα που θα μπορούσε να έχει ο καθένας μας. Αυτή είναι και η δύναμη της ιστορίας του παιχνιδιού, καθώς το θέμα της μυστηριώδους πύλης είναι πιο αδύναμο, αν και δένει καλά με το σύνολο.

Η Donna με τους φίλους της, την Becky και τον Vivek.

Από τις ιστορίες των ηρώων η πιο αδύναμη είναι της Donna. Όχι μόνο γιατί εγκλωβίζεται ελαφρά στην αιχμαλωσία και δεν πάει παραπέρα, αλλά και γιατί για κάποιο λόγο καταλήγει (για εμένα τουλάχιστον) να είναι και η πιο δραματική χωρίς όμως προφανή λόγο. Απλά της έτυχε. Γενικότερα η ιστορία του Last Stop μου θυμίζει επεισόδιο X-Files ή Stranger Things με μία γεύση από Longest Journey. Και αυτό γιατί στο τέλος και έχοντας περάσει από διάφορους κόσμους έχετε αυτή την περίεργη αίσθηση ότι κάπου θα σκάσει μύτη η April Ryan. Δυστυχώς, όμως, το παιχνίδι τελειώνει πολύ γρήγορα χάνοντας την δυνατότητα να εξελίξει περισσότερο την μυστηριώδη πύλη και κυρίως να εξηγήσει τί συνέβη και γιατί. Ενώ έχει φιλοσοφικές τάσεις, αποφασίζει να μείνει σε μία επιφάνεια με εύκολες απαντήσεις για όλα σας τα ερωτήματα.

Το σημαντικό, όμως, σεναριακό πρόβλημα είναι τριπλό και άμεσα συνδεδεμένο με τα προβλήματα στο gameplay. Πρόκειται για ένα narrative παιχνίδι, που όμως ακολουθώντας την μόδα της εποχής προσφέρει υποτιθέμενες επιλογές διαλόγων χωρίς προφανή επίδραση στο σενάριο, ενώ στο ενδιάμεσο προσπαθεί να προσομοιώσει καθημερινές κινήσεις σαν τίτλος της Quantic Dream, πχ βάζετε καφέ στο φλυτζάνι, τρώτε δημητριακά, διαλέγετε ρούχα κτλ. Και αν μισώ τις προσομοιώσεις αυτές στα παιχνίδια της Quantic Dream, που τις εκτελούν και άψογα, εδώ θεωρώ απαραίτητο να διαγραφούν με patch. Δεν προσφέρουν τίποτα, είναι περίεργες και σας βγάζουν εντελώς από το κλίμα. Επιπλέον των παραπάνω, πραγματικές επιλογές με επίδραση στο αποτέλεσμα έχετε μόνο στο τελευταίο πεντάλεπτο. Κάτι που θεωρώ πάντα άδικο και λάθος. Δε μπορεί να παίζετε οκτώ ώρες, να αφιερώνεστε στο τί απαντήσεις θα δίνετε κάθε τρεις και λίγο (και ας μην επηρεάζουν την ιστορία) για να ταυστιστείτε θεωρητικά με τους χαρακτήρες, και όλη η ουσία να κρίνεται σε μία ερώτηση. Εκτός από τα παραπάνω, όποιο τέλος και να επιλέξετε καταλήγετε σε δραματικό φινάλε, κάτι που αφήνει γλυκόπικρη γεύση. Θα μου πείτε δεν είστε φαν των happy endings. Συμφωνώ, άλλωστε τα καλύτερα παιχνίδια είναι για κάποιο λόγο αυτά που καταλήγουν άσχημα, αλλά και πάλι θα ήταν ωραίο να υπήρχε μία επιλογή καλής κατάληξης για κάποιον από τους τρεις.

Και αν στον τομέα του σεναρίου το παιχνίδι φοράει τα καλά του και παρόλα τα προβλήματα κρατάει το ενδιαφέρον, στον βασικό τεχνικό τομέα φοράει σκισμένο τζιν και t-shirt. Ξεκινώντας από τον χειρισμό, θα απορήσετε ίσως και εσείς όταν το που αρχίσετε να παίζετε δείτε μήνυμα ότι προτείνεται η χρήση χειριστηρίου. Πόσο δίκιο έχει αυτό το μήνυμα. Δεν έχω gamepad για PC, αλλά η χρήση πληκτρολογίου είναι απλά καταστροφική. Αφενός γιατί οι επιλογές για τους διαλόγους είναι το 1, 2, 3, που είναι αρκετά κοντινά και υπάρχει περίπτωση να πατήσετε κάτι λάθος. Αφετέρου γιατί η κίνηση γίνεται με το WASD ή τα βελάκια, αλλά δεν έχω ξαναδεί χειρότερη κίνηση σε παιχνίδι. Το να προχωρήσετε πάνω σε δρόμο είναι ένα φιάσκο. Το προς τα πάνω σας πηγαίνει πάνω σε τοίχο, το προς τα δεξία ή αριστερά πάνω σε κολώνες, ενώ το διαγώνια (πχ πατώντας πάνω και δεξιά) πάλι καταλήγει σε καμιά πόρτα. Έτσι η μόνη λύση είναι να πηγαίνετε σα μεθυσμένος διορθώνοντας συνεχώς την πορεία του χαρακτήρα. Προφανώς το παιχνίδι φτιάχτηκε μόνο για χειριστήριο, με το πληκτρολόγιο ως έσχατη λύση – εξού και οι δυσκολίες.

Ο John στο σώμα του Jack προσπαθώντας να βρει λύση στο πρόβλημα.

Τα δε γραφικά μοιάζουν βγαλμένα από άλλη εποχή. Είναι εικαστικό δεκαετίας με τραγικές υφές, κακοφτιαγμένα μοντέλα (πχ το eyeliner κουνιέται σα να είναι κάτω φρύδι) και κινήσεις που πολλές φορές φαντάζουν αστείες. Δεν σας αποτρέπει από το να συνεχίσετε το παιχνίδι, αλλά σίγουρα περιμέναμε κάτι καλύτερο – θα υποστήριζε και καλύτερα την ιστορία. Επιπλέον, συνάντησα διάφορα bugs. Από την άλλη, ένα θετικό του εικαστικού είναι το απρόσωπο στους ΑΙ χαρακτήρες – το βρήκα πολύ ενδιαφέρον, καθώς αφενός επικεντρώνει όλη την προσοχή στους πρωταγωνιστές, αφετέρου δίνει μία καλλιτεχνική αίσθηση. Στα του ήχου, το παιχνίδι έχει φανταστική μουσική. Τέτοια μουσική επένδυση είχα να ακούσω πάρα πολύ καιρό, ακόμα και σε ΑΑΑ τίτλους. Ορχηστρικά κομμάτια συνοδεύουν τις στιγμές έντασης, ερμηνευμένα από τη φιλαρμονική της Πράγας. Παράλληλα, εξαιρετικά τραγούδια ενσωματώνονται τόσο καλά στην ιστορία που την απογειώνουν. Πραγματικά έχει γίνει εξαιρετική δουλειά και είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις που προτείνω να αγοράσετε και το soundtrack. Επίσης καταπληκτικές είναι και οι ερμηνείες (πέρα από καναδυό που φαντάζουν μέτριες). Ειδικά οι πρωταγωνιστές δίνουν ρέστα – και επιτέλους ένα παιχνίδι με αμιγή βρετανική προφορά. Είναι τόσο εύηχη που απολαμβάνετε να τους ακούτε.

Το Last Stop θα σας κρατήσει ωραία συντροφιά για ένα σαββατοκύριακο. Δυστυχώς, λόγω των τεχνικών του θεμάτων και κυρίως της “μη-εξέλιξης” της ιστορίας και των χαρακτήρων μένει ως ακριβώς αυτό: ένα παιχνίδι με το οποίο περνάτε καλά για ένα ΣΚ, αλλά μετά ξεχνάτε. Όμως, ακόμα κι έτσι, αν είστε φαν του είδους, αξίζει την προσοχή σας.

  • Ερμηνείες
  • Καταπλητική μουσική
  • Ενδιαφέρουσα ιστορία με καλούς χαρακτήρες...
  • ...αλλά δεν εξελίσσεται και δεν δίνει απαντήσεις
  • Κακός χειρισμός με πληκτρολόγιο
  • Γραφικά δεκαετίας
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 7.0

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PC, PS5, Xbox Series X/S, PS4, Xbox One, Switch
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Variable State
ΕΚΔΟΣΗ:Annapurna