Killzone 3 Review

, Σάββατο 26 Φεβρουάριος 2011 0  

Killzone: Ίσως το πιο πολυσυζητημένο franchise στην ιστορία του Playstation, πάντα μετά τo Gran Turismo. Και αυτό, όχι για απαραίτητα θετικούς λόγους. Αρχικά, το πρώτο Killzone, που βαφτίστηκε - βεβιασμένα όπως αποδείχτηκε - “Halo-killer”, αλλά τελικά απέτυχε να ανταποκριθεί στο τρομερό hype. Στη συνέχεια, το Killzone 2, που επισκιάστηκε από ένα CGI trailer το οποίο η Sony ήθελε ντε καλά να μας πείσει πως είναι in-game και βέβαια της γύρισε μπούμερανγκ. Και ενώ το Killzone 2 πράγματι ήταν ένα πολύ καλό παιχνίδι, ο δύστροπος χειρισμός του ξένισε αρκετό κόσμο. Όλα αυτά τα παραπτώματα έρχεται να τα διορθώσει το νέο τέκνο της ολλανδικής Guerrilla Games, το Killzone 3. Αμαρτίες γονέων παιδεύουσιν τέκνα λοιπόν...

Το τρίτο παιχνίδι της σειράς ξεκινά ακριβώς εκεί που τελείωσε το προηγούμενο (αφού πρώτα εισάγει τον παίκτη σε ένα καθόλα πιασάρικο tutorial): ο Sev, ο Rico – ο οποίος έχει βελτιώσει πολύ τη συμπεριφορά αυτή τη φορά - και τα εναπομείναντα ζωντανά μέλη των ISA προσπαθούν να βρουν έναν τρόπο να ξεφύγουν από τον πλανήτη Helghan, μετά το θάνατο του Visari, του πνευματικού αρχηγού των εξαγριωμένων πλέον Helghast. Και καθώς είναι έτοιμοι να το καταφέρουν, κάτι συμβαίνει και όλη η παρέα είναι υποχρεωμένη να κάνει μερικά βήματα πίσω και να ρίξει ακόμα περισσότερο ξύλο στους Helghast. Μιλάμε όμως για πραγματικά πολύ ξύλο.

Όπως πιθανώς καταλάβατε, η ιστορία του Killzone 3 είναι περισσότερο κλισέ και από τις ρομαντικές κομεντί. Ο καλός γίνεται ακόμα καλύτερος, και ο κακός καταλήγει να βλέπει τα ραδίκια ανάποδα. Με άλλα λόγια το στόρι είναι αδιάφορο, χωρίς όμως να γίνεται κουραστικό, αφού, σαν πλοκή, διαρκεί όσο πρέπει, άσχετα αν αυτό είναι από μόνο του λίγο (περίπου έξι με εφτά ώρες στη μεσαία δυσκολία). Παράλληλα, δίνει την αφορμή που χρειάζεται για να εξελιχθεί μια εξαιρετικά δυνατή single-player εμπειρία. Παρεπιπτόντως, το όλο σκηνικό εξιστορείται μέσω συχνών και μικρών σχετικά cutscenes, που είναι και σχετικά καλά σκηνοθετημένα, αν και η μηχανή που τις υποστηρίζει δεν είναι φτιαγμένη γι’αυτή τη δουλειά.

Οι Helghast επιστρέφουν πιο έξυπνοι από ποτέ.

Έκανα αναφορά σε μια δυνατή εμπειρία. Και πράγματι, μπορεί το παιχνίδι να μην είναι όσο sandbox θα μπορούσε να είναι, και σπάνια να δίνει την επιλογή στον παίκτη σχετικά με το μονοπάτι που θα ακολουθήσει, αλλά το gameplay του είναι τόσο σωστά δομημένο, που όλα τα παραπάνω ελλατώματα μπορείς κανείς να τα παραβλέψει άνετα.

Το Killzone 3, πρώτα απ’όλα, δεν έχει τον Sev (και κατ’επέκταση τον παίκτη) σαν το κέντρο του σύμπαντος του. Αφήνοντας το σενάριο στην άκρη (που και εκεί, αρκετές φορές οι άλλοι είναι πιο χρήσιμοι από εσάς), στο πεδίο της μάχης, επικρατεί χαμός. Όπου και να γυρίσει η κάμερα, όπου και να εστιάσετε την ακοή σας, απ’ όπου και να καλυφθείτε, θα καταλάβετε ότι, όταν μιλάμε για πόλεμο, το Killzone 3 είναι το παιχνίδι που πρέπει να έρχεται στο μυαλό. Οι Helghast, με το φοβερό AI τους, καλύπτονται, τρέχουν όταν πέσει χειροβομβίδα, σας τη στήνουν στις γωνίες (χμ, ελπίζω να μην πάει ο νους σας στο πονηρό) και τελικά, πυροβολούν όποιον τους φανεί επικίνδυνος. Από την άλλη πλευρά, οι στρατιώτες των ISA, κάνουν πρακτικά τα ίδια, και σας βοηθούν ουκ ολίγες φορές αν τα βρείτε σκούρα. Με λίγα λόγια, όταν θα παίξετε πόλεμο με τους κακούς στο παιχνίδι, παντού, κάτι θα συμβαίνει.

Και σε ένα παιχνίδι με τη μηχανή γραφικών του Killzone 3, τα παραπάνω είναι ακόμα πιο εντυπωσιακά. Εκρήξεις παντού, σφαίρες εκτοξεύονται προς πάσα κατεύθυνση, τα περιβάλλοντα καταστρέφονται (με κάποια προσπάθεια είναι η αλήθεια) – τοίχοι, κωλώνες και λοιπά. Φυσικά, όλα αυτά συμβαίνουν μέσα στον πλανήτη Helghan με τα μοναδικά του εφέ, και συνολικά, θα ικανοποιήσουν την αίσθηση της όρασης περισσότερο απ’ ότι φαντάζεστε. Αρτιστικά λοιπόν, το παιχνίδι παίρνει άριστα 10 – για την τεχνική μεριά των πραγμάτων θα γράψω αργότερα.

Δύσκολα θα βρείτε πιο εντυπωσιακό παιχνίδι από το Killzone 3.

Ωραία όλα αυτά, αλλά τι γίνεται με το gameplay; Ε, είμαι στην ευχάριστη θέση να σας ενημερώσω πως το παιχνίδι θα το αισθανθείτε τόσο εντυπωσιακό όσο με τα παραπάνω. Ο χειρισμός (με DualShock πάντα) του είναι ένα κράμα ανάμεσα σε αυτόν του Killzone 2 και των άλλων FPS (Call of Duty, Battlefield). To Killzone 3 έχει πετάξει από πάνω του το υπερβολικό input lag που κούραζε πολλούς παίκτες του 2, αλλά από την άλλη έχει διατηρήσει μια άλφα αίσθηση ρεαλιστικότητας. Μπορεί, ναι, αρχικά να φαίνεται πως η Guerrilla επηρεάστηκε και ίσως αντέγραψε τους ανταγωνιστές της, αλλά οι βετεράνοι παίκτες των άλλων τίτλων, σίγουρα θα καταλάβουν τη διαφορά. Στην τελική, ο παραδοσιακός, δεν είναι ο μόνος τρόπος χειρισμού του Killzone 3.

Έχοντας την ανάγκη για ένα παιχνίδι που θα αναδείξει τις αρετές του Move, και κυρίως την ένα-προς-ένα απόκρισή του, η Sony και η Guerrilla αποφάσισαν να κάνουν το τέκνο τους συμβατό με το motion controller του PS3. Η πρώτη προσπάθεια να παίξω με το Move, ήταν, το ομολογώ, σχεδόν καταστροφική. Όμως, το παιχνίδι ενσωματώνει τόσες πολλές ρυθμίσεις για να πειράξετε, που έστω και μία θα είναι στα μέτρα σας. Μόλις γίνει αυτό, και αφού ξοδέψετε κάποιες ώρες για να συνηθήσετε την αλλαγή, ανοίγονται απόλυτα νέες προοπτικές στο gameplay.

Το ίδιο το χειριστήριο, που είναι σχεδιασμένο για την παλάμη (όπως και το sub-controller) μετά από ένα σημείο με βόλεψε πιο πολύ από το Dualshock. Eπίσης, υπάρχουν ορισμένα βοηθήματα για αρχή, όπως το auto-locking όταν σκοπεύετε, που κάνουν τη δουλειά τους περίφημα. Σύντομα όμως θα καταλάβετε, ότι η πραγματική μαγεία του χειρισμού είναι όταν όλα αυτά είναι στο “off”. Εν τέλει, δεν ξέρω αν το σύνολο των παικτών θα παρατήσει τον παραδοσιακό χειρισμό για κάτι πιο πρωτοποριακό, ή αν το Move θα θεωρηθεί “πολυτέλεια”, αλλά πιστεύω ότι μιλάμε για την πρώτη ουσιαστική χρήση του χειρηστηρίου, ό,τι και αν σημαίνει αυτό.

Τα jetpacks είναι διασκεδαστικά, αλλά περίμενα κάτι περισσότερο...

Επιστρέφοντας στο single-player μέρος του Killzone 3, πρέπει να επισημάνω πως οι delevopers έχουν δομήσει το παιχνίδι έτσι ώστε σε κάθε επίπεδο να προσφέρεται κάτι διαφορετικό. Κάπου θα χρειαστεί να παίξετει με sneaky μεθόδους, να σκοτώνετε δηλαδή τους Helghast χωρίς μπαμ-μπουμ, κάπου θα πάρετε στα χέρια σας ένα mech και... ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε, ενώ σε κάμποσες περιπτώσεις θα χρειαστεί να χειρίζεστε τα όπλα ενός οχήματος, ή και να το οδηγείτε. Επιπλέον, όπως θα διαπιστώσατε ιδίοις όμμασι όσοι παίξατε το demo, υπάρχουν και jetpacks, τα οποία προσφέρουν μια ενδιαφέρουσα τροπή στο gameplay, ειδικά αν παίζετε με Move. Μπορεί στις μάχες να μη σας φανούν ιδιαίτερα χρήσιμα, αλλά είναι μια καλή ιδέα. Ελπίζω στο επόμενο παιχνίδι η Guerrilla να δουλέψει λίγο περισσότερο στο θέμα και να μας εντυπωσιάσει πραγματικά.

Και για να κλείσω με το αυτό το κομμάτι του review, θα αναφερθώ λίγο πιο εκτεταμένα στη διάρκεια του τίτλου. Mπορεί οι εφτά περίπου ώρες που έγραψα ίσως να σας φαίνονται απελπιστικά λίγες, αλλά το Killzone 3 έχει κλειδωμένη μια δυσκολία, ενώ αξίζει και ένα walkthrough με split-screen co-op (το παιχνίδι δεν έχει online coop, κάτι που ενοχλεί). Ξέρω, ίσως αυτά είναι αφορμές για trophies-hunting, αλλά οι επιλογές δίνονται, είναι απλά δική σας επιλογή αν θα τις εκμεταλλευτείτε. Σε κάθε περίπτωση όμως, λίγες παραπάνω ώρες παιχνιδιού δε θα έβλαπταν. Οι λίγες όμως αυτές ώρες που θα δαπανηθούν στο single, υπερκαλύπτονται από τις πιθανώς πάμπολλες ώρες που θα δαπανήσετε στο multi. Το KZ3 προσφέρει τόσο online multiplayer όσο και botzone, παιχνίδι δηλαδή με bots αντί για πραγματικούς παίκτες.

Τρία modes, οκτώ χάρτες, πέντε κλάσεις – αυτά θα σας απασχολήσουν στο multi και, πιστέψτε με, είναι άκρως ενδιαφέροντα. Το Guerrilla Warfare είναι Team Deathmatch με διαφορετικό όνομα. Το Warzone είναι πρακτικά μια playlist αποστολών απο διαφορετικά είδη (search and retrieve, assassination κλπ) και όποια ομάδα νικήσει τις περισσότερες αποστολές παίρνει και το ματς (η εναλλαγή των αποστολών γίνεται επιτόπου, στον ίδιο χάρτη, δεν υπάρχει διάλειμμα). Τέλος, το Operations είναι μια μίξη multi με single. Τι εννοώ; Το συγκεκριμένο mode πραγματεύεται ορισμένα σκηνικά από το single-player, και μάλιστα, για να τονώσει το όλο feeling, εμπεριέχει και ορισμένα cutscenes. Φαίνεται ενδιαφέρον, αλλά η επιτυχία του θα κριθεί στο πως οι παίκτες θα μπορέσουν να συνεργαστούν άψογα, κυρίως γιατί απαιτείται στρατηγική.

Οι χάρτες που δίνονται στο παιχνίδι είναι απλά εντυπωσιακοί. Τα περιβάλλοντα είναι τα ίδια με αυτά του single, ελαφρώς παραμετροποιημένα για να βολεύουν στο multi. Ποικιλία υπάρχει, οι χάρτες είναι στο σωστό μέγεθος (το παιχνίδι υποστηρίζει μέχρι και 16 παίκτες) ενώ ήδη η Guerrilla ετοιμάζει διάφορα καλούδια για το multi. Από την άλλη, οι πέντε κλάσεις (field medic, engineer, tactician, marksman, infiltrator) καλύπτουν κάθε γούστο. Μάλιστα, καθώς θα ανεβαίνετε επίπεδο στο multi θα μπορέσετε να ξεκλειδώσετε διάφορα, από όπλα μέχρι ειδικά perks.

Μετά από μερικές ώρες παιχνιδιού, το multi του Killzone 3, με άλλους παίκτες όμως πραγματικά λάμπει. Ο κόσμος έχει πιάσει το νόημα και χρησιμοποιεί το Guerrilla Warfare με σκοπό να ξεκλειδώσει τα extras των κλάσεων (υπάρχει πολύ ψωμί εδώ πέρα) και φυσικά για εξάσκηση, ενώ, αν πετύχετε συμπαίκτες με αίσθηση του στόχου στα Warzone και Operations, θα περάσετε πολύ όμορφα. Η όλη εμπειρία τρέχει σχεδόν απροβλημάτιστα – δεν συνάντησα lag, ή έστω αποσυνδέσεις, παρά μόνο ένα μακρύ και καθόλα βαρετό loading μερικές φορές όταν το παιχνίδι ψάχνει για αγώνα. Το σύστημα των invites δουλεύει (παρόλο που αν είστε στην XMB απαιτείται αδικαιολόγητα πολλή ώρα για να μπείτε στη δράση), αν και κάποιες φορές, το squad διαλύεται για κάποιον μυστήριο λόγο. Αφήνοντας όμως αυτές τις μικρές αδυναμίες στην ακρη, το multiplayer του τίτλου κατατάσσεται στα καλύτερα που υπάρχουν, τόσο τεχνικά, όσο και ως προς ότι έχει να κάνει με το gameplay.

Το διακρίνετε το σκάφος; Θα γίνει θρύψαλλα σε λίγο...

Για να τελειώνω σιγά σιγά, το παιχνίδι, από τεχνικής απόψης είναι απλά κορυφαίο. Πέρα από τα απίστευτα εντυπωσιακά γραφικά, με τα περιβάλλοντα, που είναι φανερό πως είναι σχεδιασμένα με μπόλικα πολύγωνα, τις απίστευτες φωτοσκιάσεις και τα απλά κορυφαία εφέ (από τα καιρικά φαινόμενα, μέχρι τα εφέ των όπλων), το Killzone 3 τρέχει σχεδόν απροβλημάτιστα. Πολύ σπάνια θα βρείτε τα καρέ ανά δευτερόλεπτο να πέφτουν, αλλά και πάλι, θα είναι μόνο στιγμιαία. Επίσης το loading «κρύβεται» στα cutscenes, οπότε σπάνια κόβεται η δράση. Όσον αφορά τον ήχο, τα όπλα του παιχνιδιού, οι εκρήξεις και οι ήχοι του περιβάλλοντος δίνουν ρέστα. Στον αντίποδα, η μουσική και το voice work (το καστ περιλαμβάνει πολλά γνωστά ονόματα) είναι απλά μέτρια. Ποτέ δεν είναι άσχημα, αλλά σε καμμία περίπτωση δε θα σας μείνουν ιδιαίτερα, όπως θα καταφέρουν να κάνουν όλα τα υπόλοιπα εφέ.

Ολοκληρώνοντας το κείμενο, διαπιστώνω πως... δυσκολεύομαι να καταλήξω στον βαθμό που θα βάλω στο Killzone 3. Είναι ένα παιχνίδι με μια απίστευτα δυνατή εμπειρία single-player, γεμάτη αδρεναλίνη, κορυφαία γραφικά και AI, multiplayer που κατά πάσα πιθανότητα είναι καταπληκτικό, και υποστήριξη του Move, κάτι που για μένα είναι αρκετά σημαντικό. Από την άλλη όμως, η σχετικά μικρή διάρκεια του single-player, το πρακτικά αδιάφορο σενάριο και η έλλειψη online co-op ξενίζουν αρκετά. Στην τελική, έχει να κάνει με το τι ζητάει ο καθένας. Σας προτείνω να αποφασίσετε ποια από τα παραπάνω εκτιμάτε περισσότερο και... πράξτε ανάλογα. Για λόγους αντικειμενικότητας και μόνο λοιπόν...

+ Κορυφαία γραφικά
+ Εκπληκτικό AI
+ Πλήρες multiplayer με πολύ ενδιαφέρον
+ Υποστήριξη Move που θα εντυπωσιάσει αν αφιερώσετε λίγο χρόνο
+ Καταιγιστικό single-player

- Σχετικά μικρή διάρκεια
- Αδιάφορο σενάριο
- Έλλειψη online co-op

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 8.5

Πλατφόρμα: PS3
Έκδοση: Sony
Ανάπτυξη: Guerrilla
Διάθεση: Sony Hellas
Είδος: FPS
Παίκτες: Single-player, multiplayer
Επίσημο Site: www.killzone.com
Ημερομηνία Kυκλοφορίας: 25/2/2010
PEGI: 18