alt text

Το Gungrave Gore τυπικά είναι καινούριος τίτλος, όχι remake ή remaster. Όμως το παιχνίδι αποτελεί το τρίτο μέρος της σειράς Gungrave, η οποία ουσιαστικά έχει να εμφανιστεί από την μακρινή εποχή του PS2 (υπάρχει και ένα anime για όσους θέλουν να το τσεκάρουν παραπάνω). Είναι λογικό να μην το γνωρίζει πολύς κόσμος, καθώς πρόκειται για μία περιορισμένων προδιαγραφών σειρά shooter τρίτου προσώπου που ανέκαθεν ήταν αυτό που λέμε «niche», για λίγους δηλαδή. Έτσι λοιπόν, η επιστροφή της σχεδόν δύο δεκαετίες μετά ήταν μία απρόσμενη έκπληξη. Ευχάριστη όμως; Αυτό είναι άλλη ιστορία, όπως θα διαπιστώσουμε παρακάτω.

Πριν ξεκινήσετε να παίζετε το Gungrave Gore, στο κεντρικό μενού μπορείτε να βρείτε ανασκόπηση των γεγονότων των προηγούμενων παιχνιδιών. Μην περιμένετε κάτι πέρα από κείμενο, στατικές εικόνες και μουσική βέβαια. Όπως και να έχει, το σενάριο έχει ως εξής: Πρωταγωνιστής είναι ο Beyond The Grave (ή απλά Grave), ένας νεκραναστημένος μαφιόζος εκτελεστής, ο οποίος προστατεύει την Mika, την κόρη της νεκρής αγαπημένης του. Ο Grave και μερικά ακόμα άτομα, αποτελούν μία ομάδα που προσπαθεί να σταματήσει την συμμορία Raven Clan και το σχέδιό τους που είναι η παγκόσμια εξάπλωση ενός ιδιαίτερα δυνατού ναρκωτικού με το όνομα Seed. Αν περιμένετε κάτι ενδιαφέρον από όλο αυτό, δυστυχώς ισχύει το αντίθετο. Το σενάριο είναι τετριμμένο, οι διάλογοι κακογραμμένοι και ακούσια αστείοι αρκετές φορές. Γενικότερα, η όλη πλοκή είναι αδιάφορη, στερεοτυπική και «ζέχνει» από μυρωδιά βαρετού anime που ενδιαφέρεται πολύ περισσότερο για το στιλ παρά για την ουσία και επικεντρώνεται στο να απεικονίζει cool, edgy χαρακτήρες. Ακόμα και εκεί όμως, δεν τα καταφέρνει, αφού αυτό που το παιχνίδι θεωρεί «cool» δεν ξεπέρασε ποτέ τα πρώιμα 00s, κάτι που είναι ολοφάνερο σε όλους τους τομείς του.

Το gameplay όχι μόνο δεν σώζει την κατάσταση, αλλά είναι ακόμα χειρότερο. Ως επί το πλέιστον, ελέγχετε τον Grave, ο οποίος διαθέτει δύο πιστόλια και ένα… φέρετρο που κουβαλάει μαζί του, το Death Hauler, το οποίο διαθέτει μερικά όπλα με την σειρά του. Στόχος σε κάθε πίστα είναι να ξεκάνετε όποιον βρεθεί μπροστά σας. Ο Grave στοχεύει αυτόματα τους εχθρούς, ανάλογα με το που έχετε στρέψει την κάμερα, ενώ μπορείτε να κάνετε lock-on αλλά και να στοχεύσετε πιο ελεύθερα για βολές ακριβείας. Έχετε την μπάρα ζωής σας, η οποία προστατεύεται από το shield bar που υπάρχει. Όσες περισσότερες επιθέσεις δέχεστε, τόσο μειώνεται η ασπίδα σας και αν σπάσει δέχεστε ζημιά στην ζωή σας. Αν μείνετε για λίγο εκτός μάχης, η ασπίδα σας ξαναγεμίζει. Διαθέτετε επίσης μία κίνηση αποφυγής, που σας επιτρέπει να γλιτώνετε επιθέσεις εχθρών ενώ ταυτόχρονα τους πυροβολάτε. Πέρα από τους πυροβολισμούς, μπορείτε να χρησιμοποιείτε το φέρετρο για melee επιθέσεις αλλά και για να εκτοξεύετε έναν γάντζο, ώστε να τραβάτε εχθρούς προς τα εσάς και να τους χρησιμοποιείτε ως ανθρώπινες ασπίδες, να τους εκτοξεύετε πάνω σε άλλους εχθρούς ή να τους σκοτώνετε από κοντά. Το φέρετρο χρησιμοποιείται επίσης για τα demolition shots, που είναι super επιθέσεις και συνήθως εξολοθρεύουν όλους τους πιο αδύναμους εχθρούς, αλλά και γεμίζουν λίγο την μπάρα ζωής σας. Ακόμα, κάποιες φορές, οι εχθροί μπορεί να μπουν σε stun από τις βολές σας και τότε σας δίνεται η ευκαιρία να τους σκοτώσετε με ένα βάναυσο χτύπημα το οποίο γεμίζει λίγο και την ασπίδα σας.

Όταν οι σφαίρες σας βρίσκουν στόχο -εχθρούς ή αντικείμενα που μπορούν να καταστραφούν- αυξάνονται τα beats σας, τα οποία ουσιαστικά είναι ο μετρητής combo. Όσα πιο πολλά beats έχετε, αυξάνονται οι πόντοι που κερδίζετε στο τέλος κάθε πίστας και τους οποίους μπορείτε να ξοδέψετε στο lab, ώστε να αναβαθμίσετε τις ικανότητες και τις επιθέσεις του Grave. Εκτός από τα beats, υπάρχουν και τα art points, τα οποία κερδίζετε όταν σκοτώνετε εχθρούς με demolition shots ή αποτελειώνετε έναν ζαλισμένο εχθρό. Ότι ισχύει για τα beats, ισχύει και για τα art points: όσα περισσότερα, τόσους περισσότερους πόντους έχετε να ξοδέψετε για αναβαθμίσεις. Οπότε αυτή είναι η βασική διαδικασία του gameplay: μπαίνετε στην πίστα, θερίζετε ό,τι βρείτε μπροστά σας, πολεμάτε το boss, πάτε για αναβάθμιση και μετά βουρ στην επομένη πίστα. Στην αρχή μπορεί και να το διασκεδάσετε για λίγο, καθώς είναι σαν να ελέγχετε μία (σχεδόν) ασταμάτητη μηχανή θανάτου που σκοτώνει και ανατινάζει τα πάντα στο μονοπάτι της. Αλλά αυτό είναι ένα συναίσθημα που κρατά πολύ λίγο και σβήνει χάρη στα πολλά προβλήματα. Για αρχή, ο Grave κινείται τόσο βαριά και αργά, που είναι σαν να ελέγχετε ένα τανκ. Αυτό δεν είναι τόσο ενοχλητικό όταν έχετε να κάνετε με έναν νορμάλ αριθμό εχθρών. Όμως όταν αργότερα η δυσκολία του παιχνιδιού αυξάνεται απότομα και δέχεστε επιθέσεις από παντού γύρω σας, διαπιστώνετε πως όχι μόνο είναι θέμα δυσκολίας, αλλά και αδικίας, αν δεν έχετε κάνει κάποιες αναβαθμίσεις (και αυτό δεν βοηθά πάντα).

Παράδειγμα του παραπάνω: Υπάρχει μία πίστα όπου είστε πάνω στην οροφή ενός κινούμενου τρένου. Στόχος είναι να προλάβετε να μπείτε πάλι μέσα στο τρένο, πριν φτάσετε σε ένα τούνελ, που όπως καταλαβαίνετε θα σας κάνει χαλκομανία. Αλλά, για να φτάσετε εκεί, πρέπει να πολεμήσετε εχθρούς με ασπίδες και ρουκετοβόλα (αρκετοί εκ των οποίων ξαφνικά δεν λένε να πεθάνουν αλλά και σας σπρώχνουν αν πάτε κοντά τους), ιπτάμενα drones, νάρκες που σας πετάνε εκτός τρένου και ταυτόχρονα να αποφεύγετε πινακίδες που ναι μεν χτυπάνε τους εχθρούς, αλλά και εσάς, κάνοντάς σας μεγάλη ζημιά (fun fact: υπάρχει ένα σημείο εκεί, όπου πρέπει να πηδήξετε πάνω από δοκούς, αλλά το παιχνίδι θυμάται να σας πει να το κάνετε αφού σας έρθει στα μούτρα η πρώτη δοκός με μεγάλη ταχύτητα). Πρέπει λοιπόν να περάσετε από όλα αυτά, ενώ ο χρόνος μετράει και πρέπει να προλάβετε να γλιτώσετε από το τούνελ, το οποίο σας σκοτώνει άμεσα. Εκτός από άδικο, είναι απλά κακός σχεδιασμός παιχνιδιού.

Αλλά μακάρι να ήταν μόνο σε αυτό το σημείο το πρόβλημα. Οι πίστες είναι απίστευτα γραμμικές και βαρετές και ουσιαστικά αποτελούν μία σειρά διαδρόμων όπου πολεμάτε εχθρούς κάθε τόσο. Το αστείο είναι πως ενώ δεν υπάρχουν collectables, υπάρχουν μερικές διακλαδώσεις που οδηγούν σε σημεία που απλά είναι άδεια. Γιατί; Όσα ξέρετε, ξέρω. Όσο για τα boss fights, ούτε σε αυτά υπάρχει σωτηρία. Δεν διαθέτουν κάτι το ξεχωριστό ή το εντυπωσιακό και συνήθως τρέχετε γύρω-γύρω, αποφεύγοντας κακήν-κακώς τις επιθέσεις τους και ελπίζετε να αντέξετε παραπάνω απ’ ότι αυτοί.

Ένα άλλο πολύ κουραστικό χαρακτηριστικό του παιχνιδιού είναι πως πυροβολάτε με την πάνω δεξιά σκανδάλη του χειριστηρίου, αλλά δεν υπάρχει επιλογή για auto-fire, οπότε πρέπει συνεχώς να πατάτε με μανία το κουμπί, κάτι που είναι αρκετά πιθανό να κάνει το δάχτυλο σας να πονέσει. Να αναφέρω επίσης πως πέτυχα τρεις-τέσσερις φορές ένα bug, όπου αφού καθαρίσετε ένα δωμάτιο από εχθρούς, δεν ανοίγει η πόρτα για να συνεχίσετε στην πίστα, με αποτέλεσμα να υπάρχει softlock και να πρέπει να γίνει reset από το προηγούμενο checkpoint. Όλα αυτά λοιπόν, συνθέτουν μία ειλικρινά κουραστική, βαρετή και κακή εμπειρία. Αν οι δημιουργοί ήθελαν να δώσουν μία παλιομοδίτικη αίσθηση στο παιχνίδι, θα μπορούσαν να το κάνουν, χωρίς να αγνοήσουν τις εξελίξεις που έχουν υπάρξει στο gaming από το 2002. Αλλά όχι, θεώρησαν καλή ιδέα να βγάλουν ένα sequel που έχει ελάχιστα νέα πράγματα να προσφέρει σε σχέση με τους προκατόχους του, οι οποίοι ακόμα και τότε είχαν στην καλύτερη μέτριο gameplay.

Η με-το-ζόρι-old-school νοοτροπία συνεχίζεται και στα γραφικά, τα οποία θα μπορούσαν άνετα να ανήκουν σε τίτλο PS3. Τα περιβάλλοντα αποτελούνται στην πλειοψηφία τους από άχαρα, ανέμπνευστα industrial δωμάτια και μεγάλους διαδρόμους. Οι χαρακτήρες δεν κινούν κανένα ενδιαφέρον και αντί να χρησιμοποιήσουν κάποιο cel-shaded ύφος που θα ήταν περισσότερο βασισμένο σε anime στιλ, είναι σχεδιασμένοι με πιο «ρεαλιστικό» ύφος, το οποίο δεν τους ταιριάζει καθόλου. Το καλύτερο σημείο στον οπτικό τομέα είναι τα cutscenes όπου έχει γίνει κάποια δουλειά, αν και ούτε αυτά είναι κάτι το ιδιαίτερο. Μακάρι το budget για τα CG βίντεο να είχε πάει στο gameplay. Η μουσική θυμίζει φτηνή απομίμηση αυτής του Devil May Cry, με βαρετά electronica/rock/metal κομμάτια να παίζουν στις μάχες. Το voice acting είναι σαν να γίνεται από κάποια ΑI μποτάκια που προσομοιώνουν ανθρώπινες φωνές. Τα ίδια χάλια έχουμε και στο γενικότερο sound design, με μουσική, διαλόγους και ηχητικά εφέ πολλές φορές να αλληλοκαλύπτονται.

Ολοκληρώνοντας, ομολογώ πως δεν είμαι σίγουρος για το ποιος είναι ο λόγος που κυκλοφόρησε και ποιο το κοινό όπου στοχεύει το Gungrave Gore εν έτει 2022. Είναι οι (λίγοι) φαν της σειράς Gungrave; Ίσως, αλλά πιστεύω ακόμα και οι πιο hardcore θα δυσκολευτούν να συγχωρήσουν την κατάσταση του παιχνιδιού, τις ελλείψεις και τα προβλήματα που το διέπουν σε κάθε τομέα, και το ξεκάθαρα χαμηλό budget του δεν είναι δικαιολογία. Όλοι οι υπόλοιποι που θέλετε να παίξετε ένα αξιοπρεπές shooter τρίτου προσώπου, κοιτάξτε αλλού. Μπορεί ο Grave να επέστρεψε από τον θάνατο, αλλά μερικές φορές κάποια πράγματα ίσως είναι καλύτερα να μένουν στον τάφο.

  • Οι μάχες, αν και «άμυαλες», μπορούν να έχουν πλάκα (αρχικά)
  • Αρκετά όμορφα cutscenes
  • O Grave κινείται πολύ «βαριά»
  • Καμία στρατηγική στις μάχες
  • Η δυσκολία ανεβαίνει απότομα και άδικα
  • Οι πίστες είναι γραμμικοί, βαρετοί διάδρομοι με κακό design
  • Η συνολική παρουσίαση είναι αδιάφορη και άχαρη
  • Παρωχημένα γραφικά
  • Απογοητευτικός ήχος
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4.0

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PS5, Xbox Series X/S, PS4, Xbox One, PC
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Studio Iggymob
ΕΚΔΟΣΗ:Prime Matter
ΔΙΑΘΕΣΗ:Enarxis