alt text

Άλλη μια γενιά κονσολών φτάνει στο τέλος της. Πολλά εξαιρετικά παιχνίδια, αμέτρητες ώρες gaming αλλά και πολλές, πολλές αλλαγές στη βιομηχανία. Μία από δαύτες είναι το περίφημο “άνοιγμα στους casual gamers”. Κάθε φορά που συναντάω τη φράση αυτή, πάντα μου διατυπώνεται η ίδια απορία. Ξέρουμε πράγματι τι σημαίνουν οι όροι “hardcore” και “casual”;

Διάβασα τις προάλλες ένα σχόλιο στο site σύμφωνα με το οποίο ένα hardcore παιχνίδι έχει σύνθετο gameplay (θα θεωρήσω ως παράδειγμα το gameplay ενός παιχνιδιού που χρησιμοποιεί πάνω από τέσσερα κουμπιά), μπορεί να αφηγηθεί με σωστό τρόπο μία ιστορία και έχει ένα σωστό art direction, δηλαδή μία σωστή καλλιτεχνική απεικόνιση. Πέραν του υποκειμενικού γούστου που αποδέχεται μία καλλιτεχνική απεικόνιση ενός κόσμου ως σωστή ή όχι, ο παραπάνω ορισμός μου φαίνεται ελλειπέστατος, αν όχι τελείως λανθασμένος. Δεν πιστεύω πως υπάρχουν hardcore παιχνίδια. Υπάρχουν παιχνίδια με απλή, ή σύνθετη δομή που, είτε στοχεύουν να προσελκύσουν κάποιο συγκεκριμένο κοινό (ένα target group), είτε κυκλοφορούν επειδή κάποιοι developers ανέπτυξαν κάποια φαινομενικά καλή ιδέα σε ένα ολόκληρο σύστημα με gameplay, γραφικά και ήχο - και πολλά άλλα φυσικά, αλλά αυτά είναι τα τρία καίρια σημεία ενός παιχνιδιού κατ’εμέ.

Οι τρεις προϋποθέσεις του ορισμού αυτού, έστω και αν προσπεράσω την προβληματική έννοια του hardcore παιχνιδιού, σπάνια βρίσκουν ανταπόκριση στους τίτλους αυτής της γενιάς, όπου προέκυψε τόσο έντονα ο διαχωρισμός αυτός. Δε μπορώ να φανταστώ ότι ένα Gears of War δε θεωρείται hardcore επειδή δεν έχει πολυσήμαντη ιστορία, ή ότι το Dear Esther φλερτάρει με casual κοινό επειδή έχει εντελώς απλοϊκό gameplay (αλλά έχει ιστορία avant-garde, εμπνευσμένη από τον James Joyce). Και μετά έρχονται τα υποκειμενικά στοιχεία, όπως πολύ σωστά τονίζεται στο εν λόγω σχόλιο. Δε θεωρώ το Minecraft πιο απλοϊκό επειδή δεν αντέχω να παίζω παιχνίδια ντυμένα με pixelated γραφικά, ούτε θεωρώ το Monster Hunter εξαιρετικά ανώτερο από το μέσο όρο επειδή μου αρέσει ο σχεδιασμός και η συμπεριφορά των τεράτων. Πολύ απλά, υπάρχουν στοιχεία σε αυτά τα παιχνίδια που εκτιμώ ή όχι, και, συνεπώς, επιλέγω να τα παίξω. Σίγουρα αυτό δε μειώνει ή αυξάνει το κατά πόσο απευθύνονται σε ένα hardcore ή μη κοινό. Hardcore και casual κοινό λοιπόν, και όχι παιχνίδια. Τι επιλέγουν όμως να παίζουν οι παίκτες των δύο αυτών ειδών; Και πού πράγματι βρίσκεται η διαχωριστική γραμμή μεταξύ των παιχνιδιών αυτών;

Το NES ίσως να ήταν hardcore. Τα PS3 και Xbox 360;

Το NES ίσως να ήταν hardcore. Τα PS3 και Xbox 360;

Πριν από όλα αυτά, ας δούμε τί σημαίνει γλωσσολογικά η λέξη “hardcore”, ή “σκληροπυρηνικός”, αν προτιμάτε. Η διόλου αξιόπιστη πηγή του wiktionary, δίνει για το hardcore δύο κύριες (και σχετικές με το αντικείμενο) επεξηγήσεις: extreme dedication, που σημαίνει εξαιρετική αφοσίωση, και resistant to change, δηλαδή απρόθυμος να δεχτεί αλλαγές. Ένα έγκυρο ελληνικό λεξικό εξηγεί το επίθετο σκληροπυρηνικός, ως το μέλος μίας κίνησης ή μιας παράταξης που είναι φανατικά προσηλωμένο σε αρχές και ιδεολογίες και δεν ανέχεται τις παρεκκλίσεις (το λεξικό μάλλον δεν ενδιαφέρεται για το gaming και τις οπαδικές ιδεολογίες). Κατά προσέγγιση λοιπόν, και μετά από μία πολύ σύντομη έρευνα, η λέξη hardcore συνδέεται με την αφοσίωση και τη στασιμότητα στις ιδέες –αυτό το τελευταίο, δεν είναι απαραίτητα και πάντα κακό, αλλά αυτή είναι δική μου άποψη.

Με πολύ μικρή έκπληξη διαπιστώνει κανείς πως τέτοιοι gamers υπάρχουν, και τους ξέρουμε όλοι. Είναι οι φίλοι της Nintendo, που θέλουν το επόμενο Zelda να είναι ένα βελτιωμένο Ocarina of Time, είναι οι... παλιές καραβάνες (συγχωρέστε με για την έκφραση) που αρνούνται να δεχθούν νήξεις για multiplayer σε ένα Fire Emblem ή θεωρούν το Skyrim ασύγκριτα χειρότερο από το Morrowind λόγω της πιότερο τυποποιημένης ιστορίας του, είναι αυτοί που στο Monster Hunter 3 Ultimate ξεκλειδώνουν κάθε είδος πανοπλίας, γιατί τους αρέσει το σχέδιο (μιλάμε για εκατοντάδες ώρες grinding). Έχουν τις δικές τους, γνωστές και προβλέψιμες απαιτήσεις από τα παιχνίδια τους, μα αυτοί οι gamers έχουν πάψει να καθορίζουν τη βασική πορεία της βιομηχανίας, εδώ και αρκετά χρόνια. Το αν αυτό είναι θετικό ή αρνητικό φαινόμενο, δεν αφορά το κείμενο αυτό.

Έχοντας αφαιρέσει αυτό το κοινό από το σύνολο των παικτών, ο διαχωρισμός μεταξύ hardcore και casual μου φαίνεται ακόμα πιο αδιόρατος. Ας πάρουμε για παράδειγμα έναν κάτοχο PS3, ο οποίος από την αρχή του έτους αγόρασε τρία παιχνίδια: το Tomb Raider, το Bioshock Infinite, και το The Last of Us. Τρία, κατά γενική ομολογία, καταπληκτικά παιχνίδια, με φοβερά γραφικά, εκλεπτυσμένο σενάριο και το σύνθετο gameplay που αναφέρθηκε στην αρχή του κειμένου. Επίσης, υποθέτουμε ότι ο παίκτης αυτός αγόρασε τα παιχνίδια αυτά, στο λανσάρισμα ή κοντά στο λανσάρισμά τους, ενώ αγνοούμε προς το παρόν τη δελεαστικότατη ύπαρξη του PS Plus. Το παράδειγμά μας πλήρωσε και απόλαυσε τους τρεις αυτούς τίτλους στην κονσόλα του, και μόνο αυτούς. Μπορεί να θεωρηθεί hardcore, εφόσον τα παιχνίδια αυτά απευθύνονται ίσως σε ένα τέτοιο κοινό;

Το The Last of Us είναι καταπληκτικό. Είναι όμως αρκετό για να κάνει τους παίκτες hardcore;

Το The Last of Us είναι καταπληκτικό. Είναι όμως αρκετό για να κάνει τους παίκτες hardcore;

Η απάντηση είναι όχι. Ο παίκτης αυτός δεν έχει να επιδείξει ούτε κάποιου είδους ιδιαίτερη αφοσίωση, ούτε έδειξε να είναι αλλεργικός στις αλλαγές. Φυσικά, μπορεί να μην απόλαυσε τα τρία παιχνίδια που όρισα, αλλά αν έτυχε να επενδύσει ώρες σε τρεις ξεχωριστούς τίτλους που δεν κατάφεραν να τον ικανοποιήσουν, τότε μάλλον δεν ξέρει τί του γίνεται. Ύστερα, έρχεται και η επόμενη πιθανότητα. Αν ο gamer αυτός έτυχε να δει μια ντουζίνα από ταινίες (12 ταινίες μέσα σε επτά μήνες δεν είναι κάτι το ανήκουστο) ή έχει ακούσει πέντε με έξι άλμπουμ; Μην ξεχνάτε ότι είχαμε κορυφαία χρονιά μέχρι τώρα, τουλάχιστον στην ηλεκτρονική μουσική. Τότε, σύμφωνα με τον ορισμό του hardcore, το παράδειγμα που έφερα δεν έχει να επιδείξει κάποια ιδιαίτερη κλίση στο gaming, σε σχέση με τον κινηματογράφο ή τη μουσική. Τουναντίον μάλιστα, αν αναλογιστεί κανείς πως την περίοδο 1/1/2013-30/6/2013, στους αμερικάνικους κινηματογράφους βγήκαν συνολικά 140 ταινίες, ενώ έγιναν διαθέσιμα στην αγορά (σε όλες τις πλατφόρμες) πάνω από 200 παιχνίδια!

Σαφώς, η αγορά ενός παιχνιδιού είναι αρκετά ακριβότερη από μία επίσκεψη στον κινηματογράφο. Χαρακτηριστικά, το The Last of Us κοστίζει 60 δολάρια, ενώ ένα μέσο εισητήριο ταινίας στις ΗΠΑ κοστίζει περί τα 8 δολάρια - για να μη σχολιάσουμε τη σχεδόν δωρεάν πρόσβαση στη μουσική που προσφέρουν υπηρεσίες όπως το Spotify. Επίσης, ένα παιχνίδι αναμένεται να προσφέρει αρκετές ώρες διασκέδασης παραπάνω από μία δίωρη (στην καλύτερη τρίωρη) ταινία, και αυτό, υπολογίζοντας ακόμα και το πολύ μεγάλο ποσοστό των παικτών που δεν ολοκληρώνουν τα παιχνίδια. Παρόλα αυτά, ο πραγματικά hardcore gamer, όπως τον όρισα παραπάνω, είναι διατεθειμένος και θα επενδύσει πολλά περισσότερα χρήματα και ώρες στο gaming από αυτόν τον “ψευτοcore”. Ο παίκτης αυτός θα αγοράσει το Wii U για να παίξει το καινούριο Zelda και θα αφιερώσει τόσες πολλές ώρες σε αυτό, που δε θα αφήσει γωνία ανεξερεύνητη στο παιχνίδι.

Κάτι που ο ψευτοcore δε θα το κάνει. Είναι διατεθειμένος να αγοράσει μία νέα κονσόλα αλλά θα το κάνει μετά από υπομονή και σκέψη, και μόνο όταν υπάρξουν αρκετοί αξιόλογοι τίτλοι. Θα απολαύσει ένα παιχνίδι, αλλά συνήθως αυτό το παιχνίδι είναι αρκετά διάσημο (μην ξεχνάτε πως και τα τρία προαναφερθέντα παιχνίδια ήταν από τα πιο αναμενόμενα της χρονιάς) και θα έχει εξυμνηθεί από μεγάλη μερίδα παικτών και τύπου. Όταν το κάνει, θα απολαύσει τις αρετές του, μα σπάνια θα ασχοληθεί με την παραμικρή λεπτομέρεια, όπως τείνει να κάνει ο πραγματικός core. Βέβαια, αυτό μπορεί να συμβαίνει λόγω έλλειψης χρόνου, κάτι που δεν αρκεί, όμως, για να αλλάξει τις παρατηρήσεις. Από την άλλη, το gaming ήταν πάντα ένα ακριβό χόμπι, συνεπώς αυτός που επιλέγει να δώσει τα χρήματά του σε κάποια άλλη μορφή διασκέδασης, τότε εξ ορισμού δε μπορεί να θεωρηθεί gamer, core ή casual.

Το λάβαρο του σύγχρονου casual gaming.

Το λάβαρο του σύγχρονου casual gaming.

Με άλλα λόγια δηλαδή, είναι διαφορετικοί οι πραγματικά core παίκτες και αυτοί στους οποίους έχουμε προσδώσει, λανθασμένα, απλά τον τίτλο. Οι γλωσσολογικοί ορισμοί μπορεί να είναι πολύ αυστηροί, και όταν συντάχθηκαν να μην υπήρχε καν η έννοια του «gamer», αλλά μπορούν, με συγκεκριμένες ερμηνείες, να εφαρμοστούν και στο πλαίσιο του gaming. Και γεννάται τώρα το ερώτημα. Αυτοί, οι ψευτοcore, θα μπορούσαν να θεωρηθούν casual παίκτες;

Μάλλον όχι. Με τα τωρινά δεδομένα της βιομηχανίας, casual κοινό θεωρείται αυτό που κατά καιρούς ασχολείται με κάποιο απλοϊκό παιχνίδι σε ένα smartphone ή tablet, ή αφιερώνει κάποιες ώρες στις παραδοσιακές πλατφόρμες, με παιχνίδια όπως το Wii Sports, το Sims και λοιπά. Είναι οι αδερφές μας που μόλις μας δουν με φορητό μας ρωτάνε αν «έχει σούπερ μάριο», κάτι καμμένοι θείοι που παλιά έκαναν παγκόσμιο ρεκόρ στο Arkanoid αλλά μόνο αυτοί το ξέρουν και πάει λέγοντας. Είναι ίσως και μια νέα γενιά, που δεν ενδιαφέρεται για τις κονσόλες, και περιορίζεται στα παιχνίδια που προσφέρουν τα smartphones και tablets. Άλλωστε, ο μέσος gamer ήταν 37(!) χρονών το 2011, όταν τελευταία φορά μετρήθηκαν οι παίκτες μόνο των κονσολών και των υπολογιστών. Είναι λοιπόν άδικο να κατάταξουμε τον ψευτοcore στο παραπάνω κοινό, και πολύ πιο άδικο να εξισώσουμε δημιουργήματα επιπέδου The Last of Us με το Angry Birds Space. Δεν έχω πρόθεση να μείωσω το ταλέντο της Rovio να βγάζει εθιστικά και διασκεδαστικά παιχνίδια, αλλά είναι πολύ μακριά από την πολυσύνθετη εμπειρία ενός «ΑΑΑ» τίτλου.

Τι είναι τελικά αυτό το είδος gamer, που, πρόφανως, δεν ανήκει ούτε στους πραγματικούς hardcore, αλλά ούτε και στους casual; Εμένα μου φαντάζει ως ένα είδος «μέσου» παίκτη. Όπως και ο μέσος θεατής, που θα απολαύσει μια καλή ταινία αλλά δε θα αναλύσει κάθε υψηλό νόημα κάθε ταινίας του Tarkovsky, και ο μέσος μουσικόφιλος που δε θα κυνηγάει κάθε bootleg των Boards of Canada και κάθε ηχογράφηση των Phish, έτσι και ο μέσος gamer θα απολαύσει μερικά συγκεκριμένα παιχνίδια, αλλά σίγουρα δε μπορεί να θεωρηθεί hardcore. Το κατά πόσο ο μέσος gamer είναι ένα σχετικό πρόσφατο φαινόμενο στη βιομηχανία, πόσο την επηρεάζει, πόσο έχουν παρερμηνεύσει το ρόλο του οι εταιρείες, θα τα αναλύσουμε άλλη φορά. Σημασία έχει, ότι με την έλευση της νέας γενιάς, το νέο αυτό είδος παικτών θα καθορίσει περισσότερο απ’ όσο αναμένουμε την πορεία της βιομηχανίας, και θα έχει, αν μη τι άλλο, ενδιαφέρον το πώς θα συμπεριφερθεί.

Καλό gaming.