alt text

Baldur’s Gate 3 review

Αν και έχουν περάσει 20+ χρόνια από την κυκλοφορία του θρυλικού Baldur’s Gate 2 της Bioware, το εκτόπισμα του ονόματος Baldur’s Gate στον χώρο του gaming, ακόμη και σήμερα, είναι αδιαμφισβήτητο. Για τουλάχιστον μια δεκαετία, εταιρείες όπως η Obsidian και η Interplay πολιορκούσαν την (διαβόητα απαιτητική) Wizards of the Coast, προκειμένου να τους παραχωρήσει τα δικαιώματα της σειράς. Εν τέλει, αυτά κατέληξαν στην ανερχόμενη τότε Larian (Divinity: Original Sin), η οποία είχε στόχο όχι μόνο να αναλάβει το βάρος μιας ασήκωτης κληρονομιάς, αλλά να δημιουργήσει ένα RPG που θα αλλάξει τα δεδομένα στο χώρο. Και πράγματι, το Baldur’s Gate 3 είναι, μακράν, το πιο φιλόδοξο, μεγαλειώδες και, παράλληλα, ασυμβίβαστο RPG που φτιάχτηκε ποτέ.

Η βασική ιστορία λαμβάνει χώρα στα Forgotten Realms (Dungeons and Dragons), 120 χρόνια μετά τα γεγονότα του Baldur’s Gate 2. Οι Mind Flayers έχουν βγει παγανιά με το πλοίο τους κι η μοίρα τα φέρνει έτσι ώστε να βρεθείτε ανάμεσα στους απαχθέντες. Γνωρίζετε πως όσοι καταλήγουν στα χέρια των ειδεχθών αυτών πλασμάτων είτε γίνονται σκλάβοι, είτε τροφή, είτε δοχείο αναπαραγωγής. Βλέπετε τον απαγωγέα σας να βουτά το χέρι στην δεξαμενή, να πιάνει έναν γυρίνο και να τον ακουμπά πάνω στο αριστερό μάτι του δεσμώτη δίπλα σας. Μεμιάς ο γυρίνος ζωηρεύει και χώνεται στην οπή απ’ όπου ο άνθρωπος δακρύζει. Περίτρομος, διαπιστώνετε πως είστε ο επόμενος και πως δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα για να το εμποδίσετε. Ο Mind Flayer τραβά άλλον έναν γυρίνο απ’ τη δεξαμενή, κι εκείνος τρυπώνει τελικά εντός του κρανίου σας – ένα αίσθημα καταδίκης και βαθιάς απελπισίας σας κατακλύζει. Την αμέσως επόμενη στιγμή, μια έκρηξη που ακολουθείται από βίαιους τριγμούς τραβάει την προσοχή σας. Ένα απόσπασμα Githyanki καβάλα σε δράκους πέφτει με λύσσα πάνω στο ιπτάμενο πλοίο και, κατόπιν σκληρής πάλης, καταφέρνει να το γκρεμίσει.

Ξυπνάτε σε μια παραλία, ανάμεσα στα ερείπια. Σύντομα, βρίσκετε τέσσερις ακόμη πρώην δεσμώτες και αποφασίζετε (ή και όχι) να ενώσετε τις δυνάμεις σας. Μαθαίνετε πως έχετε μόλις λίγες μέρες ζωής, προτού ο γυρίνος καταλάβει τον εγκέφαλό σας και σας μετατρέψει σε έναν ακόμη Mind Flayer. Η ανάγκη εύρεσης θεραπείας είναι, συνεπώς, επιτακτική και με αυτό το δεδομένο ξεκινά η περιπέτειά σας. Μόνο που τίποτα σε αυτήν την ιστορία δεν είναι όπως φαίνεται και, ως αποδεικνύεται κατόπιν, ο συγκεκριμένος γυρίνος δεν είναι σαν όλους τους άλλους. Πράγμα που γεννά καινούρια ερωτήματα. Ποιος ήταν τελικά πίσω από την απαγωγή σας; Μήπως η παρέμβαση των Githyanki δεν ήταν τυχαία; Ποιοι είναι όλοι αυτοί που κυνηγούν τους επιζώντες από την συντριβή και τί ακριβώς γυρεύουν; Τί θα συμβεί εάν αποφασίσετε να χρησιμοποιήσετε τις δυνάμεις που σας χαρίζει ο γυρίνος; Τούτα τα ερωτήματα στριφογυρίζουν στο κεφάλι σας κατά τις πρώτες ώρες ενασχόλησης με το Baldur’s Gate 3, και πιστέψτε με, δεν αρκούν καν για να ξύσουν την επιφάνεια.

Το παιχνίδι σας επιτρέπει να φτιάξετε τον δικό σας χαρακτήρα, εκ του μηδενός, ή να επιλέξετε έναν από επτά origin characters. Υπάρχει, επιπλέον, και η επιλογή του Dark Urge χαρακτήρα. Για το πρώτο σας playthrough, προτείνω ανεπιφύλακτα να φτιάξετε τον δικό σας, πλήρως παραμετροποιήσιμο, χαρακτήρα. Οι δυνατότητες για role play είναι απέραντες κι, έτσι, σας δίνεται η ευκαιρία να απολαύσετε την εμπειρία δίχως περιορισμούς. 11 φυλές, 31 subraces, 12 κατηγορίες χαρακτήρα, 46 υπο-κατηγορίες, και 600+ spells και actions στέκονται ικανά, θαρρώ, προς τέρψη κάθε γούστου κι επιθυμίας. Για τον χαρακτήρα μου επέλεξα μια high half-elf αριστοκράτισσα, ένα μπάσταρδο, καταφρονεμένο και βαθιά συμπλεγματικό πλάσμα, που έχασε τα πάντα μετά στην σφαγή της οικογένειάς της (στιλ Arya Stark) και κατέληξε μισθοφόρος rogue assassin. Εσείς πλάθετε την ιστορία του χαρακτήρα σας και το παιχνίδι σας δίνει όλα τα εργαλεία ώστε να την δείτε να ευδοκιμεί και να εξελίσσεται. Οι origin characters, από την άλλη, έχουν ο καθένας το δικό του background και σεταρισμένη προσωπικότητα. Tην ιστορία τους τη βιώνετε ούτως ή άλλως, εφόσον τους επιτρέψετε να σας συντροφεύσουν στο ταξίδι σας. Ο Dark Urge τέλος, είναι μεν custom χαρακτήρας, διέπεται, ωστόσο, από το πιο σκοτεινό ορμέμφυτο, εκείνο που ωθεί τους ανθρώπους στις πιο αποτρόπαιες πράξεις.

Ο εξαιρετικά πολυεπίπεδος αφηγηματικός κορμός του Baldur’s Gate 3 είναι ικανός να σας συνεπάρει από μόνος του. Χαρακτηρίζεται από βάθος, ανεπιτήδευτη πολυπλοκότητα, ανατροπές στον σωστό χρόνο και δοσμένες με τον σωστό τρόπο, άρτιο ρυθμό, άπλετο μυστήριο, τις κατάλληλες δόσεις ακραιφνούς εποποιίας, χάος, πάθος, ίντριγκα, προδοσία, συντροφικότητα κι όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν μια αξιομνημόνευτη αφηγηματική εμπειρία. Παράλληλα, ενσαρκώνει πλήρως το πνεύμα και την ατμόσφαιρα του σπουδαίου μυθοπλαστικού του υποβάθρου, το οποίο μην ξεχνάμε πως εξελίσσεται από τις αρχές των '70s (Dungeons and Dragons). Η Larian επέλεξε, σοφά, να μετριάσει κατά πολύ το εύθυμο ύφος των Divinity, και να το αντικαταστήσει με λίγο παραπάνω ζόφο κι απόγνωση. Φυσικά το χιούμορ που είναι σήμα κατατεθέν των δημιουργών παραμένει, όπως και οι στιγμές άκρατου σουρεαλισμού, που σας αφήνουν με ένα δροσερό αίσθημα ευφορίας ανάκατο με ολίγη σύγχυση και μπόλικη, θα πω, αηδία. Όμως τα παραπάνω είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου.

Υπάρχουν τόσες υπο-ιστορίες να ξετυλίξετε, τόσα μυστικά να ανακαλύψετε, ανείπωτες συγκινήσεις να βιώσετε, που ειλικρινά δεν φτάνουν οι λέξεις για να το περιγράψουν. Είτε πρόκειται για το quest κάποιου άκυρου, τυχαίου χωρικού, είτε για ένα από τα μυθικά chain quests των συντρόφων σας, το ποιοτικό επίπεδο παραμένει σχεδόν πάντα υψηλό. Πέραν τούτου, πολλά εκ των side-quests βρίσκουν τρόπο να ταιριάξουν με την κεντρική ιστορία και να αποτελέσουν τελικά αναπόσπαστο κομμάτι της, ενώ ακόμη κι εκείνα που δεν τα καταφέρνουν, τα νιώθετε, τουλάχιστον, οργανικό μέλος της περιπέτειάς σας. Δεν βρίσκετε τίποτα το φορμαλιστικό εδώ, με ότι καταπιάνεστε σας δίνει την εντύπωση πως έχει φτιαχτεί στο χέρι, με την αρμόζουσα προσοχή, αγάπη και μεράκι. Όσο για τους διαλόγους, είναι εξαίσια γραμμένοι στην πλειονότητά τους, με το ύφος γραφής να προσαρμόζεται στον εκάστοτε χαρακτήρα και όχι το ανάποδο. Δεν χρειάζεται να τονίσω το πόσο σημαντικό είναι αυτό το τελευταίο, για την σύνθεση ενός πολυποίκιλου και, προπαντός, πιστευτού κόσμου, που θα αποτελέσει φόντο για τις περιπέτειες του χαρακτήρα και των συντρόφων σας. Και δεν έχω αναφέρει καν την επίδραση που έχουν οι επιλογές σας στην εξέλιξη της ιστορίας, καθώς επίσης και τα μυριάδες παρακλάδια που απλώνονται μπρος στα πόδια σας (περισσότερα γι αυτό παρακάτω).

Το Baldur’s Gate 3 είναι point-and-click, ισομετρικό ή/και τρίτου προσώπου (αναλόγως το zoom που επιλέγετε) cRPG. Η μάχη είναι αμιγώς tactical turn-based και βασίζεται στην πέμπτη έκδοση DnD. Τούτου λεχθέντος, έχουν γίνει ορισμένες αλλαγές προκειμένου το παιχνίδι να γίνει πιο διασκεδαστικό, προσαρμόζοντας ιδανικά την tabletop εμπειρία σε PC/κονσόλα. Στο party σας έχετε μέχρι και τέσσερις χαρακτήρες. Ο καθένας εξ αυτών έχει το δικό του race, sub race, class κτλ. Όπως και με τον χαρακτήρα σας, έτσι και με τους companions σας δίνεται η δυνατότητα για level-up, επιλογή αναβαθμίσεων, ενεργών και παθητικών ξορκιών, εξοπλισμού κτλ. Η ανάλυση όλων των κανόνων της εν λόγω DnD έκδοσης, όπως και το τί κάνει κάθε κατηγορία και υπο-κατηγορία χαρακτήρα είναι πέραν του σκοπού της παρούσας κριτικής (χρειάζεται ολόκληρη διατριβή για κάτι τέτοιο – και δεν υπερβάλλω καθόλου). Ορισμένες πληροφορίες, όμως, τις θεωρώ απαραίτητες.

Η μάχη ξεκινάει συνήθως με τους εξής τρόπους: είτε ενεργοποιείται μέσω των διαλόγων με έναν ή περισσότερους χαρακτήρες, είτε χώνεστε κατευθείαν με μπουνιές, σπαθιές και φτύνοντας φωτιές, χωρίς πολλά-πολλά, είτε στήνετε ενέδρα, είτε σας στήνουν ενέδρα, είτε σας παίρνουν χαμπάρι σε μια προσπάθεια για stealth, είτε σας πιάνουν να κάνετε κάτι που δεν πρέπει. Με την έναρξη της μάχης εσείς ή οι εχθροί σας ξεκινάτε πρώτοι. Όταν έρθει η σειρά σας, επιλέγετε τί κάνετε με τον εκάστοτε χαρακτήρα, έχοντας σαφώς πεπερασμένο αριθμό action points, πατάτε end turn κι έτσι έρχεται η σειρά του επόμενου φίλου ή εχθρού να κάνει τις δικές του ενέργειες και ούτω καθεξής. Οι περισσότερες ενέργειες στη μάχη, από το ποιος ξεκινάει πρώτος μέχρι το εάν ένα χτύπημα βρίσκει τον στόχο του και πόσο damage κάνει, καθορίζονται από το 20εδρο ζάρι που τρέχει στο background. Υπάρχουν, εντούτοις, τρόποι ώστε να επηρεάσετε την εκάστοτε ζαριά τόσο αποφασιστικά, που η τύχη παίζει πολύ μικρό ρόλο.

Η ζαριά επηρεάζεται από τον εξοπλισμό, τα στατιστικά (strength, dexterity κτλ), τα abilities του κάθε χαρακτήρα, τα buffs και τα debuffs, φίλτρα που έχετε καταναλώσει, όπως και το πού βρίσκονται οι χαρακτήρες που ελέγχετε εν σχέσει με τους αντιπάλους τους. Εάν πχ στήσετε τον τοξότη σας κάπου ψηλά, τότε αυτός έχει πλεονέκτημα και, συνεπώς, η ζαριά είναι πολύ πιο ευνοϊκή. Εάν ρίξετε βόμβα καπνού στους τοξότες των αντιπάλων, τυφλώνονται και οι πιθανότητες να σας πετύχουν μικραίνουν δραματικά. Εάν, μέσα από τους καπνούς, στείλετε τον rogue assassin σας πίσω από την γραμμή του εχθρού, τα critical hits είναι εγγυημένα και το mayhem που ακολουθεί είναι άνευ προηγουμένου. Το παιχνίδι προσφέρει αναρίθμητες τέτοιες ευκαιρίες, όπου από το πουθενά, και με κάμποση καπατσοσύνη, αποκτάτε το πάνω χέρι. Όλα παίζουν τον ρόλο τους, και φυσικά μπορείτε να χρησιμοποιήσετε το περιβάλλον προς όφελός σας. Πέραν όλων αυτών, υπάρχουν δεκάδες επιπλέον αναβαθμίσεις, οι οποίες σας επιτρέπουν (συνδυαστικά με όλα τα υπόλοιπα κι εφόσον είστε αρκετά ευρηματικός) να χτίσετε μια δεξαμενή δεξιοτήτων για εσάς και τους συντρόφους σας, που μοιράζει διαρκή κι ανείπωτο πόνο.

Βάσει των παραπάνω, το στήσιμο μιας ετερογενούς ομάδας, όπου ο ένας συμπληρώνει τις αδυναμίες του άλλου, είναι ύψιστης σημασίας. Το κάθε class και subclass διέπεται, σαφώς, από τελείως διαφορετικά χαρακτηριστικά και δυνατότητες προσέγγισης, τόσο στην μάχη όσο και στην εξερεύνηση, μια διαφορά που γίνεται χαώδης εάν προσθέσουμε και όλες τις υπόλοιπες συνθήκες παραμετροποίησης που προσφέρει το παιχνίδι. Να σημειώσω εδώ, πως το επίπεδο δυσκολίας είναι ιδιαίτερα υψηλό κι απαιτεί από εσάς να σκεφτείτε καλά προτού δράσετε. Οι εχθροί δεν σας χαρίζονται, είτε πρόκειται για goblins, gnomes, trolls, ύαινες, ζόμπια, σκελετούς, σκοτεινούς μάγους, διεφθαρμένους νάνους, mind flayers, και ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε στα πλαίσια του Dungeons and Dragons lore. Επιπλέον, μην περιμένετε ξεκάθαρες οδηγίες για το κάθε τί. Υπάρχει ένα tutorial που σας δείχνει τα βασικά, κι από εκεί κι έπειτα το παιχνίδι σας πετάει στα βαθιά και σας παρατάει στην μέση του ωκεανού, χωρίς νερό και σωσίβιο, την ίδια στιγμή που ένα τεράστιο, κθουλοειδές πλάσμα έχει κεντράρει πάνω σας. Εφόσον επιλέξετε να το πάτε στα τυφλά, προτείνω να δώσετε έμφαση στην κάθε λεπτομέρεια, να εξετάζετε το κάθε αντικείμενο και να είστε διεκπεραιωτικότατος με την εξερεύνηση.

Στο σύνολό της, η μάχη του Baldur’s Gate 3 είναι, κατ’ εμέ, η επιτομή του turn-based combat. Θα τολμήσω να πω, μάλιστα, πως ακόμη κι αν δεν είναι καθόλου του γούστου σας, εφόσον εντρυφήσετε, στο τέλος θα την λατρέψετε. Οι εχθροί είναι πολυμήχανοι, δυσκολοκατάβλητοι και άκρως αποτελεσματικοί, συνεπώς η τζούρα ντοπαμίνης έπειτα από κάθε επικράτηση απέναντί τους είναι μεστή κι απολαυστικότατη. Παράλληλα, η παραδειγματική ποικιλία στα builds, στον εξοπλισμό, η διαδραστικότητα του περιβάλλοντος, καθώς επίσης και οι αμέτρητοι συνδυασμοί δεξιοτήτων για τον χαρακτήρα σας και τα συντρόφια του προσφέρουν ασύλληπτο βάθος και replayability, εντός ενός πλαισίου που αντί να οριοθετεί την φαντασία σας, την υπηρετεί με ευλάβεια.

Η τελευταία αυτή φράση έρχεται να δέσει, πιστεύω, με το πιο σημαντικό στοιχείο μιας πραγματικής RPG εμπειρίας, το στοιχείο εκείνο που στέκεται ικανό να την εξυψώσει ή να την καταβαραθρώσει. Αναφέρομαι στην ελευθερία που προσφέρεται στον παίκτη να υποδυθεί τον ρόλο που επιθυμεί, με τον τρόπο που επιθυμεί, και πώς οι επιλογές που προκύπτουν επιδρούν στο περιβάλλον, τους χαρακτήρες και την αφήγηση του παιχνιδιού. Και εδώ το παιχνίδι όχι μόνο διαπρέπει, μα καινοτομεί. Σας επιτρέπει να σμιλέψετε την δική σας περιπέτεια, την δική σας ιστορία, και τούτη η δυνατότητα δεν είναι απλώς μια ψευδαίσθηση (ως είθισται), μα φέρει ουσία και αντίκρισμα. Οι αποφάσεις σας φέρουν ουσία κι αντίκρισμα. Πέραν τούτου, χαρακτηρίζεται από τέτοια κλίμακα, πολυμορφικότητα, ποιοτικό εκτόπισμα και συνέπεια, που προσωπικά δεν πίστευα πως μπορεί να επιτευχθεί κάτι τέτοιο εν έτει 2023.

Ας τα πάρουμε, όμως, από την αρχή. Ο πιο εύκολος τρόπος για να το αναλύσουμε, είναι να το σπάσουμε σε επίπεδα. Το πρώτο επίπεδο αφορά τις αποφάσεις που παίρνετε μέσω διαλόγων. Στις περισσότερες περιπτώσεις, σας δίνονται αρκετές επιλογές σε ότι αφορά τον τρόπο που μιλάτε, το πώς συμπεριφέρεστε απέναντι στον συνομιλητή σας, και τον τρόπο δράσης σας. Ακόμη και οι ερωτήσεις που επιλέγετε να κάνετε είναι σημαντικές, καθώς σπάνια σας επιτρέπεται να τις εξαντλήσετε όλες. Το δεύτερο επίπεδο αφορά το build σας και το πώς αυτό επηρεάζει την αντίληψη και τις δυνατότητες του χαρακτήρα σας. Πχ εάν έχετε χτίσει τον χαρακτήρα σας με βάση το strength, τότε μπορείτε να προκαλέσετε μια κατολίσθηση και να σκοτώσετε έτσι το troll που σας κόβει το δρόμο. Αν έχετε δώσει βάση στο deception μπορείτε να το ξεγελάσετε, ενώ ένας συνδυασμός deception, intimidation και persuasion, παρέα με μια κάποια ηθική αναισθησία, σας επιτρέπει να το πείσετε να φάει μέχρι να σκιστεί το στομάχι του και να πεθάνει σφαδάζοντας απ’ τους πόνους (αν έχετε δει το Seven, καταλαβαίνετε για τί πράγμα μιλάω).

Το τρίτο επίπεδο αφορά την αντίδρασή σας σε γεγονότα που συμβαίνουν γύρω σας. Πχ ακούτε κάποιον να τον βασανίζουν μέσα σε έναν αχυρώνα, επιλέγετε να τον βοηθήσετε, να τον αγνοήσετε ή να πάρετε τη θέση του βασανιστή; Κι αν με το που μπείτε στον αχυρώνα συνειδητοποιήσετε πως δεν πρόκειται για βασανισμό, αλλά για κραυγές ηδονής, ποια είναι η αντίδρασή σας; Τέλος, το τέταρτο επίπεδο επίδρασης, αφορά την προσέγγιση που επιλέγετε σχετικά με τα διάφορα διλήμματα που παρουσιάζονται. Ποιόν δρόμο διαλέγετε, με ποιους συμμαχείτε, ποιους προδίδετε, ποιους σκοτώνετε, ποιους χειραγωγείτε, ποιους εκδικείστε και με ποιον τρόπο.

Υπάρχουν ολόκληρα chain quests που μπορεί να χάσετε επειδή διαλέξατε το τάδε μονοπάτι ή επειδή σκοτώσατε το δείνα ΑΙ χαρακτήρα, δέκα ώρες πριν. Βάσει των επιλογών σας, μπορείτε να βιώσετε ένα quest ως μια επική πολεμική επιχείρηση, όπου τρυπώσατε στο στρατόπεδο του εχθρού, τον πείσατε πως είστε με το μέρος του, παρασύρατε αυτόν και τον στρατό του σε ένα μονοπάτι στα βουνά, και τον συνθλίψατε κατόπιν. Με διαφορετικό σετ επιλογών, το ίδιο ακριβώς quest μπορεί να παιχτεί και ως ένα θρίλερ μυστηρίου, όπου προσπαθείτε να ανακαλύψετε ποιος κρύβεται πίσω από την απαγωγή του αρχηγού της φυλής που επιλέξατε να συμμαχήσετε, και ποια τα κίνητρά του. Δεν υπάρχουν όρια ούτε και πρέπει, καθώς είστε ελεύθερος να αποφασίσετε για τα πάντα (εντός λογικών πλαισίων προφανώς). Εφόσον μπορείτε να το φανταστείτε, τότε μάλλον μπορείτε να το κάνετε, και το παιχνίδι πάντα βρίσκει τρόπο να το κάνει να λειτουργήσει. Το πιο τρελό απ’ όλα είναι πως το περιβάλλον και οι ΑΙ χαρακτήρες αντιδρούν στις επιλογές σας σε πρωτόγνωρο βαθμό, και οι συνέπειες των επιλογών αυτών σας ακολουθούν, ορισμένες φορές, για δεκάδες ώρες. Τώρα, εφαρμόστε τα παραπάνω σε όλο το εύρος και βάθος των 120 περίπου ωρών περιεχομένου και ίσως να πάρετε μια γεύση περί της κλίμακας του επιτεύγματος.

Δύο είναι τα βασικά σημεία που χρήζουν κριτικής σε ότι αφορά αυτά. Το πρώτο έχει να κάνει με ποιοτικά ελλείμματα που πιθανώς να προκύψουν, δεδομένου πως η ιστορία σπάει σε εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες παρακλάδια. Το δεύτερο έχει να κάνει με την τεχνική συνοχή, καθώς το παιχνίδι οφείλει να «θυμάται» όλες τις επιλογές κατά την διάρκεια του playthrough και να αντιδρά με συνέπεια απέναντι σε αυτές. Γι αυτό το τελευταίο, επανέρχομαι πιο κάτω στον σχετικό τομέα. Αναφορικά με το πρώτο θέμα, οι αποκλίσεις που παρατήρησα είναι μικρές κατά την μεγαλύτερη διάρκεια του παιχνιδιού. Σαφώς, ορισμένες αφηγηματικές πτυχές είναι πιο επικές κι εντυπωσιακές από άλλες, εφόσον κάνετε τις ανάλογες επιλογές, ορισμένοι διάλογοι δένουν καλύτερα από ότι αν επιλέγατε μια διαφορετική οδό, ωστόσο οι διαφορές είναι αμελητέες. Το κυριότερο, δεν υπάρχει μοτίβο, δεν σας ωθεί, δηλαδή, το παιχνίδι προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση επειδή υστερεί ποιοτικά σε μια άλλη. Τρόπον τινά εξαίρεση αποτελεί το τελευταίο act, το οποίο είναι κάπως ακατέργαστο προς το παρόν, όχι επειδή είναι κακό, ούτε καν μέτριο, αλλά επειδή δεν ανταποκρίνεται στα αδιανόητα υψηλά στάνταρ που το ίδιο το παιχνίδι θέτει στα πρώτα δύο acts.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να αναφερθώ στους συντρόφους σας, τους origin characters και τους συν αυτώ παρατρεχάμενους. Ο καθένας τους έχει τη δική του ιστορία, πάθη, μυστικά, κίνητρα και το δικό του μυθικό chain quest. Είναι στη διακριτική σας ευχέρεια το αν θα τους παρατήσετε, σκοτώσετε, πάρετε μαζί σας, και φυσικά το πώς θα τους φέρεστε. Στις περιπλανήσεις σας μπορείτε να πάρετε μέχρι τρεις, ενώ οι υπόλοιποι μένουν στο camp. Η εφαρμογή του εν λόγω αντλεί έμπνευση από το εκπληκτικό Dragon Age: Origins, αφού λειτουργεί ως κεντρικό hub, όπου αναπληρώνετε τις δυνάμεις σας και μιλάτε με τους ΑΙ χαρακτήρες που έχετε μαζέψει γύρω σας. Οι σύντροφοί σας μεγαλώνουν και εξελίσσονται κατά τη διάρκεια της ιστορίας, φθείρονται, μετανιώνουν, βασανίζονται κι επιζητούν μια κάποια κάθαρση. Όλοι τους ανεξαιρέτως είναι ηθικά πολυσχιδείς και γεμάτοι αντιφάσεις, γεγονός που τους κάνει συναρπαστικούς και τους προσδίδει αυθεντικότητα. Οι δεσμοί που αναπτύσσονται μεταξύ σας είναι ουσιαστικοί και πολυεπίπεδοι, καθώς η σχέση σας περνάει από σαράντα κύματα. Συχνά αντιδρούν στις επιλογές σας, είτε θετικά, είτε αρνητικά, υπάρχουν στιγμές όπου παρεμβαίνουν, προσπαθούν να σας επηρεάσουν, ή και ασκούν βέτο. Αποτελούν το συγκολλητικό υλικό της ιστορίας κι είναι περιττό, θαρρώ, να αναφέρω τις συγκινήσεις που βίωσα πλάι τους σε τούτο το ταξίδι.

Οι αποστολές χωρίζονται σε κύριες και δευτερεύουσες, ωστόσο η γραμμή που τις χωρίζει είναι δυσδιάκριτη, είτε θεματικά, είτε ποιοτικά. Αποστολές που ξεκινούν ως τυχαίες και αδιάφορες, καταλήγουν να είναι τόσο αξιομνημόνευτες και καλογραμμένες, όσο και ο κύριος αφηγηματικός κορμός. Κι ακόμη κι εκείνες που δεν δένουν θεματικά με τον πυρήνα, τις νιώθετε ζωντανά κι αναπόσπαστα κομμάτια τις περιπέτειάς σας. Δεν υπάρχουν υπερφορτωμένοι με ερωτηματικά και σύμβολα χάρτες, ούτε λίστες να τσεκάρετε, ούτε αγγαρείες. Τουναντίον, τα πάντα προκύπτουν οργανικά, δια της εξερεύνησης, συμπλέουν αρμονικά μεταξύ τους, ως κομμάτια του ίδιου μυθοπλαστικού υφάσματος. Ένα τυχαίο συμβάν σε κάποιο απόμερο πανδοχείο που εξελίσσεται σε μια ιστορία έρωτα και προδοσίας, ανακαλύπτετε στην πορεία ότι δένει με μια σημαντική πτυχή της κύριας αφήγησης, αλλά και με την προσωπική ιστορία ενός εκ των συντρόφων σας, που τώρα έχει ένα επιπλέον κίνητρο για να έρθει μαζί σας εκεί που σκεφτόταν να σας παρατήσει. Το παιχνίδι διδάσκει πώς «παίζεται το τόπι», και το κάνει να φαίνεται τόσο εύκολο, σαν να βάζεις ένα ποτήρι νερό να πιεις.

Σε ότι αφορά την εξερεύνηση, το παιχνίδι είναι ημι-ανοιχτού κόσμου. Εξερευνάτε, δηλαδή, μεγάλες περιοχές και μπορείτε να πάτε προς όποια κατεύθυνση θέλετε, όμως υπάρχουν και αρκετοί περιορισμοί. Επιπλέον, δεν υφίσταται ένας ενιαίος τεράστιος κόσμος που συνδέει όλα τα μέρη που επισκέπτεστε. Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στον κάθετο σχεδιασμό των επιπέδων, όπως επίσης και στα στοιχεία του περιβάλλοντος που μπορείτε να εκμεταλλευτείτε κατά την διάρκεια της μάχης. Το παιχνίδι ενθαρρύνει την μεθοδική εξερεύνηση, καθώς σχεδόν πάντα φροντίζει να σας επιβραβεύσει, είτε με την αποκάλυψη κάποιου μυστικού, είτε με καλό loot, είτε με κάποια ενδιαφέρουσα ιστορία ή quest (είτε και με τα τρία αυτά ταυτόχρονα, πράγμα καθόλου σπάνιο). Περιπλανιέστε σε δάση, ερειπωμένα χωριά, καταραμένους τόπους βουτηγμένους στην ομίχλη, υπόγειες κρύπτες, κρυμμένες κοινότητες χωμένες στα βράχια κάποιου γκρεμού, δύσβατα βουνά, και φυσικά, εμβληματικές τοποθεσίες όπως το Underdark και την ίδια την πόλη του Baldur’s Gate. Για το Baldur’s Gate δε θα πω πολλά καθώς εμφανίζεται στο τελευταίο μέρος της κεντρικής ιστορίας και δε θέλω να σας το χαλάσω. Θα πω μόνο πως, και εδώ, η κλίμακα είναι ασύλληπτου επιπέδου. Η πόλη είναι μεγαλειώδης, άρτια σχεδιασμένη και κρύβει αναρίθμητα μυστικά και ιστορίες. Και ναι, μπορείτε να αλληλεπιδράσετε με κάθε έναν από τους δεκάδες ΑΙ χαρακτήρες, δίχως περιορισμούς.

Περνώντας στα γραφικά, το παιχνίδι χρησιμοποιεί τη νέα μηχανή γραφικών της Larian, Divinity 4.0, και είναι χάρμα ιδέσθαι. Οι υφές είναι λεπτομερείς και ευκρινέστατες, ενώ οι φωτοσκιάσεις και τα επίπεδα κορεσμού προσδίδουν μια νότα ρεαλισμού. Γενικότερα, έχει μαζευτεί αρκετά η ζωηρή και ελαφρώς καρτουνίστικη αισθητική των Divinity, για χάριν μιας πιο προσγειωμένης και αληθοφανούς προσέγγισης, γεγονός που προσωπικά επικροτώ. Ειδική μνεία αξίζει στα cinematics, καθώς πλέον όλοι οι διάλογοι ανεξαιρέτως συνοδεύονται από σχετικά cutscenes όπου μπορείτε να απολαύσετε τις αντιδράσεις και το ύφος των συνομιλητών. Για τα δεδομένα του είδους, η δουλειά που έχει γίνει εδώ είναι υψηλοτάτου επιπέδου, καθώς υπάρχει και μερική χρήση mocap. Εντύπωση κάνει και το επίπεδο σκηνοθεσίας που είναι αξιοσημείωτο απ’ την αρχή μέχρι και το πικρό τέλος. Ο τεχνικός τομέας, από την άλλη, είναι ολίγον τι άνισος. Τα πρώτα δύο acts (ήτοι 65-70 ώρες περίπου) είναι σχεδόν αψεγάδιαστα. Υπάρχουν κάποια bugs εδώ κι εκεί, αλλά είναι άνευ σημασίας. Στο τρίτο και τελευταίο act αρχίζουν ορισμένα προβλήματα. Υπάρχουν σημεία όπου τα frames πέφτουν σημαντικά (από τα 60 ακατέβατα, στα 40-45), αρκετά επιπλέον bugs κάνουν την εμφάνισή τους, ενώ καμιά φορά χάνεται η συνοχή βάσει των επιλογών που έχετε κάνει. Τουτέστιν, συνάντησα τρεις περιπτώσεις όπου ΑΙ χαρακτήρες αντέδρασαν με τρόπο παράλογο, σαν να είχα κάνει δηλαδή μια διαφορετική επιλογή στο παρελθόν. Σε καμία περίπτωση δεν θα χαρακτήριζα το τελευταίο act unplayable, και ήδη έχει βελτιωθεί με patch, οφείλω, ωστόσο, να αναφέρω πως ήθελε παραπάνω δουλειά.

Ως προς τον ηχητικό τομέα, οι ήχοι του περιβάλλοντος, όπως και τα διάφορα εφέ, είναι μεστά κι ευκρινέστατα, ενώ η μίξη παραδειγματική. Ειδική μνεία αξίζει στις ερμηνείες των ηθοποιών, οι οποίες είναι εξαιρετικές στο σύνολό τους. Από τους πρωταγωνιστές, μέχρι τον τελευταίο χωρικό, το ποιοτικό επίπεδο του voice acting είναι απαράμιλλο. Η μουσική, από τον κορυφαίο Borislav Slavov (Divinity: Original Sin 2), κλέβει την παράσταση για άλλη μια φορά, με τις φανταστικές συνθέσεις του να κερνάνε δάκρυα, συγκίνηση και πόνο.

Το Baldur’s Gate 3 είναι ένα μεγαλειώδες RPG αδιανόητης κλίμακας. Όχι μόνο δεν λυγίζει υπό το βάρος του ονόματος και των φιλοδοξιών του, αλλά καταφέρνει να διαπρέψει και να καινοτομήσει μέσα από αυτές. Με ότι καταπιάνεται το κάνει άρτια, κάθε του πτυχή αντανακλά το πάθος, την αγάπη και την τρέλα των δημιουργών του. Είναι από εκείνα τα παιχνίδια που σκάνε μια φορά στα δέκα χρόνια και δείχνουν τον δρόμο, δείχνουν πως υπάρχει και αυτός ο τρόπος που δεν απαιτεί την θυσία ποιότητας για χάριν της ποσότητας. Παράλληλα στέκεται απέναντι στις νόρμες που επιβάλλει η βιομηχανία, αρνούμενο να συμβιβαστεί. Δεν κόβει γωνίες, δεν υπεραπλουστεύει, δεν καταφεύγει σε φορμαλισμούς και εύκολες λύσεις, δεν υποτιμά τη νοημοσύνη του παίκτη, ούτε αγχώνεται να επιδείξει όλες του τις αρετές. Τουναντίον, τον εμπιστεύεται και του δίνει τα εργαλεία να σμιλέψει ο ίδιος την περιπέτειά του, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει πως θα φάει τα μούτρα του. Κι όλα αυτά, δίχως να του ζητά ούτε μισό ευρώ παραπάνω από την αρχική τιμή που πλήρωσε. Εκτός και αν οι RPG περιπέτειες φαντασίας σας απωθούν εκ βαθέων, κάντε τη χάρη στον εαυτό σας και παίξτε -ζήστε- το Baldur’s Gate 3. Με ευχαριστείτε αργότερα.

  • Άνευ προηγουμένου role playing εμπειρία επικής κλίμακας
  • Τεράστια ποικιλία σε builds και δυνατότητες παραμετροποίησης
  • Άρτιο, βαθύ, απαιτητικό και καλοζυγισμένο σύστημα μάχης
  • Δυνατή, πολυεπίπεδη κι ιντριγκαδόρικη ιστορία
  • Πλήθος επιλογών που επηρεάζουν σφόδρα την εξέλιξη των χαρακτήρων και της πλοκής
  • Οι σύντροφοι και τα quests που τους συνοδεύουν
  • Παραδειγματική εξέλιξη χαρακτήρων
  • Φανταστικό παράπλευρο περιεχόμενο που δένει με τον κύριο αφηγηματικό κορμό
  • Πανέμορφα γραφικά
  • Η μουσική του Borislav Slavov
  • Απαράμιλλη αίσθηση ελευθερίας
  • Το τελευταίο act είναι ολίγον ακατέργαστο, τόσο τεχνικά όσο και αφηγηματικά
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 10

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PC, PS5 (6/9/2023), Xbox Series X/S (2023)
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Larian
ΕΚΔΟΣΗ:Larian