alt text

Η αριστεία ενός παιχνιδιού προκύπτει από την αρτιότητα του σε κάθε τομέα, από τα γραφικά στο gameplay και την ιστορία. Αυτός μάλλον είναι και ο λόγος για τον οποίον το πρώτο Titanfall δεν έλαβε δάφνες αριστείας. Ήταν ένα ελλειπές πακέτο, με καταπληκτικό gameplay, αλλά χωρίς single-player. Kαι ο κόσμος των κονσολών δεν είναι ακόμα έτοιμος για αποκλειστικά multiplayer παιχνίδια. Ώρα για το Titanfall 2, ένα παιχνίδι που υπόσχεται να δώσει ό,τι δεν έδωσε ο προκάτοχος του.

Η υπόσχεση ξεκινάει να εκπληρώνεται σαφώς από την μεγαλύτερη έλλειψη του πρώτου Titanfall 2, το single-player. Ένα campaign δηλαδή κανονικό, με σενάριο, αρχή, μέση και τέλος που δεν πλαισιώνει απλώς το multiplayer, αλλά στέκεται επάξια και μόνο του, αν μη τι άλλο. Πρόκειται για την ιστορία του Jack Cooper, ενός υπό εκπαίδευση πιλότου (πιλότος στον κόσμο του Titanfall είναι αυτός που χειρίζεται τα ρομπότ) που βρίσκεται ξαφνικά στην μέση μιας διαμάχης μεταξύ δύο μεγάλων στρατιωτικών οργανώσεων. Ας ονομάσουμε τις οργανώσεις αυτές “οι καλοί” και “οι κακοί” γιατί και το ίδιο το παιχνίδι κινείται σε αυτήν τη λογική. Πράγματι, αφού το ολοκληρώσετε, φαντάζει δύσκολο να σας μείνουν ονόματα ή σεναριακές ανατροπές. Τα περισσότερα στοιχεία του σεναρίου είναι παντελώς αδιάφορα και αυτό είναι ένα από τα λίγα αρνητικά στοιχεία του παιχνιδιού. Από την ιστορία ξεχωρίζει ένα όνομα: BT-7274.

Ο παραπάνω κωδικός είναι η ονομασία του τιτάνα που χειρίζεται ο Cooper και o λόγος που θυμάμαι αυτά τα νούμερα, όπως πιθανώς θα συμβεί με όσους ασχοληθούν με το παιχνίδι, είναι η σχέση που αναπτύσσεται μεταξύ πιλότου και ρομπότ. Ο διάλογος μεταξύ τους είναι βασικού επιπέδου, απλές στιχομυθίες που έχουν το ρόλο σχολίων για τα τεκτενόμενα της ιστορίας. Όμως είναι οι χρονικές στιγμές που εμφανίζονται οι στιχομυθίες αυτές και η καταπληκτικά δουλεμένη ατμόσφαιρα, που οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο πιλότος έχει μόνο σύμμαχο τον τιτάνα και ο τιτάνας τον πιλότο σε κάθε μία από τις χαοτικές και ξέφρενες μάχες που συμβαίνουν. Όντως, το Titanfall 2 είναι ένα τρανό παράδειγμα παιχνιδιού που εκμεταλλεύεται το gameplay του στο έπακρο για να χτίσει μια ωραία σχέση μεταξύ ηρώων και απλά συμπληρώνει με εξαιρετικά στοχευμένο, πλην λιτό, γράψιμο το όλο πακέτο. Το παράπονο βέβαια παραμένει - πέρα από τον πιλότο και το ρομπότ, σεναριακά το παιχνίδι δεν έχει να προσφέρει σχεδόν τίποτα.

Jack Cooper και BT.

Jack Cooper και BT.

Η ιστορία είναι η αφορμή για να βρεθείτε σε ακραίες καταστάσεις και να εξοπλιστείτε με στοιχεία που εξελίσσουν σταθερά το gameplay. Και εδώ το παιχνίδι πετυχαίνει απόλυτα. Οι μάχες του campaign, είτε μιλάμε για τον πιλότο μόνο του είτε όταν χειρίζεται τον τιτάνα, είναι εκπληκτικές. Αυτό προφανώς είναι απόρροια του καλοστημένου gameplay. Η δράση γενικώς είναι γρήγορη - ο Jack τρέχει πολύ γρήγορα ενώ έχει και την ικανότητα να περπατάει κάθετα σε τοίχους (σαν παρκούρ), κάτι που του δίνει έξτρα ώθηση. Όλες του οι κινήσεις -reload, melee κλπ- γίνονται επίσης γρήγορα και απροβλημάτιστα, δηλαδή το animation είναι απίστευτα ρευστό. Η απόκριση του χειρισμού είναι επίσης άμεση τη στιγμή που και τα όπλα δεν κωλυσιεργούν. Μιλάμε λοιπόν για ένα gameplay σχεδόν χορογραφικό, που για την πλήρη εκμάθηση του, και εφόσον δεν υπάρχει προηγούμενη εμπειρία, ίσως χρειαστεί λίγος παραπάνω χρόνος σε σχέση με άλλα FPS.

Είναι όμως ένα gameplay καταπληκτικό, χορταστικό και εκπληρωτικό. Όσο τον κύριο λόγο έχει ο Cooper, τα πράγματα στο παιχνίδι πάνε υπέροχα. Το ονειρικό της υπόθεσης είναι πως αντίστοιχα καταπληκτικό είναι και το gameplay όταν χειρίζεστε τον τιτάνα. Εδώ ο ρυθμός σαφώς πέφτει, πρόκειται άλλωστε για ένα τεράστιο mech. Το οποίο mecha όμως εξοπλίζεται με μια ποικιλία όπλων που ξεκλειδώνoνται σταδιακά κατά τη διάρκεια του campaign και αντίστοιχα αλλάζει και ο πυρήνας του παιχνιδιού. Κάποιο όπλο του τιτάνα μπορεί να απαιτεί μια πιο τακτική προσέγγιση, άλλο μπορεί να λειτουργεί καλύτερα στην καρδιά της μάχης. Σε κάθε περίπτωση, το στήσιμο των μαχών και η πολύ καλή νοημοσύνη των εχθρών κάνουν τις μάχες με χρήση του ρομπότ μια καλή υπόθεση. Όλα τα καλά και όλα τα κακά παιδιά στον κόσμο του Titanfall 2 έχουν και από έναν τιτάνα, οπότε κατά καιρούς εμφανίζονται και κάποια bosses που ανεβάζουν τις απαιτήσεις. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται πραγματικά στρατηγική σκέψη, ειδικά στα υψηλότερα επίπεδα δυσκολίας, ώστε να ξεμπερδεύετε με τα αφεντικά.

Η καλύτερη στιγμή της μάχης.

Η καλύτερη στιγμή της μάχης.

Όλα τα παραπάνω θα μπορούσαν, λίγο ή πολύ, να ίσχυαν και στο πρώτο Titanfall. Αυτό που κάνει ξεχωριστό τo campaign του δεύτερου παιχνιδιού είναι το στήσιμό του. Οι πίστες έχουν πανέξυπνο σχεδιασμό, που από την μία προωθεί την ανίχνευση και χρήση όλων την ικανοτήτων του Cooper και από την άλλη δεν γίνεται πολύπλοκος ως αυτοσκοπός. Το καλύτερο, δε, από όλα είναι πως ο σχεδιασμός του campaign ποτέ δεν επαναπαύεται καθόλη την (μικρή, η αλήθεια είναι) διάρκειά του. Κάθε πίστα έχει να προσφέρει κάτι το διαφορετικό. Κάποια στιγμή, το παιχνίδι κοιτάει ευθέως προς το Portal 2 δίνοντάς σας έναν αντίστοιχο μηχανισμό για την έκταση μιας πίστας. Σε κάποια άλλη, υπάρχει μια εξόφθαλμη έμπνευση από το Mirror’s Edge, με το παρκούρ και το platforming να κυριαρχούν. Έπειτα, συμβαίνει ένας θεαματικός πόλεμος μεταξύ τιτάνων. Στοιχεία φαινομενικά ασύνδετα που στο Titanfall 2 καταφέρνουν να συνυπάρξουν και να προσφέρουν ένα από τα καλύτερα campaign που έχουμε δει σε σύγχρονο FPS.

Και βέβαια υπάρχει το multiplayer, του οποίου ο στόχος δεν είναι λιγότερο βαρυσήμαντος από εκείνον του campaign. Άλλωστε, όλοι είχαν να πουν τα καλύτερα για το πρώτο Titanfall. Τα πράγματα εδώ είναι απρόσμενα απλά. Τα κύρια modes είναι μάλλον λίγα και αναμενόμενα (deathmatch, king of the hill, last titan standing κλπ) που μπορούν όμως να ανακατευθούν με τυχαίες playlists. Οι χάρτες που προσφέρονται είναι πολυεπίπεδοι και σχεδιασμένοι με τέτοιον τρόπο ώστε να στηρίζουν μάχες μεταξύ πιλότων ή μάχες μεταξύ τιτάνων το ίδιο εύκολα (ακόμα και κατά τη διάρκεια του ίδιου ματς). Ίσως αυτό να προκαλεί μια ένσταση: η ανάγκη να εξυπηρετούνται και τα δύο είδη gameplay από τους ίδιους χάρτες τους περιορίζει στο στήσιμο και, κατ’επέκταση, περιορίζονται οι ικανότητες των πιλότων. Δεν υπάρχουν δηλαδή σημεία που προσφέρονται για συνεχές wall running ή άλλου είδους ακροβατικά. Αυτή η διαπίστωση αφήνει μία αίσθηση χαμένης ευκαιρίας. Το Titanfall 2 θα μπορούσε ίσως να είναι ένα νέο Quake 3, αλλά οι τοποθεσίες των χαρτών δεν συγκλονίζουν ποτέ. Μόλις όμως καλέσετε τον τιτάνα σας, τα ξεχνάτε όλα.

Η συνύπαρξη τιτάνων και πιλότων στους ίδιους αγώνες θα μπορούσε να είναι αρχή ανισορροπίας και αδικιών, όμως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Οι τιτάνες σαφώς μπορούν να λιώσουν κυριολεκτικά έναν πιλότο, όμως ένας ταλαντούχος παίκτης ή μια καλή ομάδα μπορούν να “ρίξουν” σχετικά εύκολα έναν απρόσεκτο τιτάνα. Η ποικιλία των όπλων, κύριων και δευτερευόντων, των πιλότων είναι σεβαστή και το ίδιο ισχύει και για τους τιτάνες. Να σημειωθεί και ότι δεν υπάρχουν κλάσεις ή κάτι αντίστοιχο. Τα ίδια τα όπλα έχουν τα δικά τους επίπεδα και με τη χρήση ανεβαίνουν επίπεδο, ξεκλειδώνοντας έτσι και αντίστοιχες ιδιότητες, πχ για τους πιλότους πιο γρήγορο γέμισμα ή για τον τιτάνα ιδιότητες συνυφασμένες με το είδος του όπλου. Η ισορροπία που υπάρχει μεταξύ της χρήσης και της ανταμοιβής είναι αξιοθαύμαστη και δίκαιη. Δεν είναι δύσκολο να φτάσετε ένα καινούριο όπλο σε αξιοπρεπές επίπεδο σε μικρό χρονικό διάστημα και σε μια εποχή γεμάτη microtransactions και pay-to-win καταστάσεις, το Titanfall 2 αποτελεί όαση ως προς αυτό το θέμα.

Οι μάχες μεταξύ τιτάνων στο campaign είναι εκπληκτικές.

Οι μάχες μεταξύ τιτάνων στο campaign είναι εκπληκτικές.

Επίσης σπουδαία είναι τα τεχνικά θεμέλια του multiplayer. Το παιχνίδι δίνει αρκετές πληροφορίες σχετικά με τους dedicated servers του, όπως τη φυσική τοποθεσία τους και το ping μεταξύ σας. Το matchmaking είναι απροβλημάτιστο, ακόμα και σε ώρες που ο πληθυσμός είναι σχετικά περιορισμένος, ενώ δεν μου εμφανίστηκε κανένα τεχνικό ζήτημα. Το παιχνίδι τρέχει στα 60fps και αυτό φέρνει μαζί του κάποιους συμβιβασμούς. Είναι φανερό πως το Titanfall 2 δυσκολεύεται να κοιτάξει στα ίσα τα γραφικά μεγαθηρίων όπως το Battlefield 1 ή το Gears of War 4. Ίσως σ’αυτό να παίζει έναν ρόλο και η ηλικία της Source engine που χρησιμοποιεί το παιχνίδι. Δεν είναι ποτέ άσχημο ή απογοητευτικό, απλά ποτέ δεν γίνεται οπτικά εντυπωσιακό. Το σχετικό “μούδιασμα” των γραφικών έρχεται να καλύψει ο καταπληκτικός ήχος. Κατά τον χαμό του multiplayer και σε σημεία του campaign, βγαίνετε “χορτάτοι” από τα εφέ, τους πυροβολισμούς, ακόμα και τις φωνές που ακούγονται. Η μουσική είναι απλά επιτελεστική, χωρίς αυτό να σημαίνει πως ενοχλεί.

Με απλό αλλά γρήγορο και καλοσχεδιασμένο multiplayer και μικρό μα υπέροχο campaign, το Titanfall 2 είναι ένα βήμα μακριά από την αριστεία. Το δωρεάν DLC είναι ένα ακόμα συν και θα συμβάλλει στο να διατηρηθεί σε καλά επίπεδα ο πληθυσμός του multiplayer. Σε κάθε περίπτωση, το Titanfall 2 είναι ένα από τα καλύτερα FPS της γενιάς. Αγοράστε το άφοβα.

  • Καταπληκτικό, γεμάτο ιδέες campaign
  • Υπέροχο gameplay
  • Απλό, ισορροπημένο multiplayer
  • Το DLC είναι δωρεάν
  • Μικρή διάρκεια campaign
  • Τα γραφικά δεν εντυπωσιάζουν
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 9.5

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PS4, Xbox One (review), PC
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Respawn
ΕΚΔΟΣΗ:EA
ΔΙΑΘΕΣΗ:Bandai Namco Hellas
ΕΙΔΟΣ:FPS
ΠΑΙΚΤΕΣ:Single-player, multiplayer
ΕΠΙΣΗΜΟ SITE:https://www.titanfall.com/en_us/
HM. ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:28/10/2016
PEGI:16