Game20.gr, το Άσυλο των gamers

The Persistence Review

Και εκεί που λέγαμε τί λείπει από την αντικειμενικά πλούσια βιβλιοθήκη του PlayStation VR, έρχεται το The Persistence να καλύψει ένα ιδιαίτερα ψαγμένο και ενδιαφέρον κενό: αυτό του roguelike, συνδυασμένο βέβαια (όπως και τα περισσότερα VR παιχνίδια δυστυχώς) με το horror στοιχείο. Το θετικό του συγκεκριμένου τίτλου είναι ότι διατηρεί τέλεια ισορροπία ανάμεσα στα δύο είδη, οπότε δεν έχουμε εγκεφαλικά επεισόδια τύπου Resident Evil.

Είστε η Zimri Eder, “επιζήσασα” του διαστημόπλοιου Persistence, το οποίο κατά λάθος βρέθηκε υπερβολικά κοντά στην ακτίνα μίας μαύρης τρύπας με ανεξέλεγκτα αποτελέσματα. Τα μέλη του πληρώματος έχουν σκοτωθεί, πλην μίας μηχανικού, ενώ δυσλειτουργικά μηχανήματα “εκτυπώνουν” συνεχώς διαφορετικούς μεταλλαγμένους κλώνους των πτωμάτων. Το “επιζήσασα” είναι σε εισαγωγικά, καθώς ουσιαστικά και εσείς έχετε πεθάνει, απλώς το δικό σας πτώμα είχε διατηρήσει σε εξαιρετικά επίπεδα το DNA του, ώστε να μπορεί να κλωνοποιηθεί σωστά από την ζωντανή μηχανικό του διαστημόπλοιου, η οποία και σας κατευθύνει. Σκοπός σας είναι να ολοκληρώσετε τις αναγκαίες εργασίες στο σκάφος, ώστε να καταφέρετε να φύγετε από την μαύρη τρύπα και να επιστρέψετε στο σπίτι σας.

Σεναριακά μιλώντας, το The Persistence σίγουρα δεν είναι ό,τι πιο πρωτότυπο έχετε συναντήσει. Η ιστορία υπάρχει τυπικά για να υποστηρίξει το “ζουμί” του παιχνιδιού, δηλαδή το gameplay. Εδώ τα δεδομένα χαροποιούν ιδιαιτέρως. Βλέπετε, η επιρροή της μαύρης τρύπας έχει και ένα επιπλέον επακόλουθο: κάθε φορά που εισέρχεστε σε ένα κατάστρωμα του σκάφους, όλα τα δωμάτια και οι χώροι ανακατασκευάζονται και η θέση τους αλλάζει. Το ίδιο συμβαίνει κάθε φορά που ο κλώνος σας σκοτώνεται, καθώς στην περίπτωση αυτή γίνεται επανεκτύπωση του κλώνου και ξεκινάτε από το μηδέν. Αυτό πρακτικά αποτελεί το roguelike μέρος του τίτλου, αφού κανένα παίξιμο δεν είναι ίδιο με το προηγούμενο.

Είσαι ομορφούλης από κοντά, δε μπορώ να πω.

Το συγκεκριμένο είδος θεωρώ ότι είναι το πιο πορωτικό στο gaming – αν υλοποιείται σωστά. Στο The Persistence ευτυχώς η υλοποίηση είναι εξαιρετική. Το σύστημα λειτουργεί ιδιαίτερα έξυπνα – όσο πιο βαθιά έχετε φτάσει στο παιχνίδι τόσο πιο εύκολοι για εσάς επαναδημιουργούνται οι πρώτοι χώροι. Για παράδειγμα, εάν έχετε φτάσει στο δεύτερο κατάστρωμα του σκάφους (συνολικά θα χρειαστεί να ανεβείτε σε τέσσερα καταστρώματα), τότε στα επόμενα reruns η είσοδος προς το δεύτερο κατάστρωμα δημιουργείται σχετικά πιο κοντά στην αρχή. Αυτό γίνεται για να αποφεύγεται ο υπερβολικός εκνευρισμός που προκαλείται στα roguelike παιχνίδια. Κάτι ακόμα καλοδεχούμενο είναι ότι πρακτικά δεν υπάρχει permadeath και οι αναβαθμίσεις που κάνετε στα όπλα ή στον εξοπλισμό σας και τα chips που μαζεύετε (για να ξοδέψετε σε μελλοντικές αναβαθμίσεις) δε χάνονται. Αυτά που δεν έχετε, όμως, διαθέσιμα στα επόμενα runs είναι τα όπλα που έχετε δημιουργήσει ή μαζέψει. Προχωρώντας στο παιχνίδι μπορείτε να εντοπίσετε τα πτώματα άλλων μελών του πληρώματος και μέσω του DNA τους να κάνετε print τους αντίστοιχους κλώνους (μόνο σωματικά, καθώς είστε πάντα η Zimri). Διαφορετικοί κλώνοι έχουν και ξεχωριστές ιδιότητες σε health κτλ.

Το παιχνίδι είναι αρκετά γενναιόδωρο στα αντικείμενα που μπορείτε να συλλέξετε, εφόσον βέβαια έχετε όρεξη να μπείτε σε όσο το δυνατόν περισσότερα δωμάτια. Εναλλακτικά υπάρχουν τοποθετημένα μηχανήματα με τα οποία μπορείτε να κάνετε upgrade ή να δημιουργήσετε όπλα και εξοπλισμό. Για να ξεκλειδώσετε όλα τα παραπάνω, ξοδεύετε τα λεγόμενα erebos tokens που μπορείτε να βρείτε διάσπαρτα στα δωμάτια, ενώ για προχωρήσετε σε δημιουργία ή αναβάθμιση εξοπλισμού ξοδεύετε αντίστοιχα τα fab chips. Όσο πιο αναβαθμισμένο είναι ένα όπλο ή γκάτζετ, τόσο πιο πολύ κοστίζει σε fab chips.

Ως προς τον εξοπλισμό η ποικιλία εντυπωσιάζει, ειδικά για παιχνίδι του είδους. Τα διάφορα καλούδια που μπορείτε να έχετε χωρίζονται σε melee όπλα, όπλα στόχευσης, χειροβομβίδες και σε πειραματικό εξοπλισμό. Κάθε κατηγορία από τις παραπάνω διαθέτει τέσσερα με έξι όπλα ή γκάτζετ με ξεχωριστές ιδιότητες το καθένα. Όπως καταλαβαίνετε, υπάρχουν όπλα που ταιριάζουν σε όλους και μπορείτε να πειραματιστείτε με όλα. Προσωπικά κατέληξα να χρησιμοποιώ κυρίως δύο-τρία που αγάπησα, αλλά ανάλογα με το επίπεδο έκανα χρήση των περισσότερων. Εκτός από διάφορα είδη όπλων και χειροβομβίδων υπάρχουν και βοηθήματα όπως το ivy serum που μετατρέπει οποιονδήποτε εχθρό σε φιλικό, το escape artist που σας μεταφέρει οποτεδήποτε σε ασφαλή τοποθεσία, το time warp που καθυστερεί τον χρόνο ώστε να σχεδιάσετε καλύτερα την επίθεσή σας και άλλα. Το standard όπλο σας είναι το Harvester, ένα είδος συρραπτικού που εκτοξεύει δύο ηλεκτρόδια με τα οποία σκοτώνετε τους εχθρούς. Το συγκεκριμένο όπλο, όμως, έχει χρησιμότητα μόνο σε stealth mode και είναι ιδιαίτερα κοντινής απόστασης. Μόνιμα στην διάθεσή σας έχετε και ένα είδος ενεργειακής ασπίδας, η οποία βέβαια έχει περιορισμένη διάρκεια οπότε η χρήση της πρέπει να γίνεται με σύνεση.

Από εδώ ξεκινάτε μετά από κάθε θάνατο – θα βαρεθείτε να το βλέπετε το μέρος.

Εκτός από τα παραπάνω μπορείτε να κάνετε αναβάθμιση και στον ίδιο τον κλώνο σας, ανεβάζοντας τα stats στο health, το melee, το stealth ή το dark matter. Το τελευταίο χρησιμοποιείται για το teleporting και το supersense, ιδιότητα με την οποία μπορείτε να εντοπίζετε τους εχθρούς. Τα παραπάνω upgrades γίνονται ξοδεύοντας stem cells που είτε βρίσκετε διάσπαρτα στα δωμάτια, είτε συλλέγετε σκοτώνοντας τους εχθρούς χρησιμοποιώντας το Harvester.

Μιλώντας για εχθρούς, το The Persistence έχει καλή ποικιλία και από αυτούς. Στην αρχή συναντάτε δύο είδη infected που θυμίζουν έντονα το The Last of Us. Oι μεν πρώτοι δε βλέπουν, αλλά φέρουν όπλο και είναι πολύ ευαίσθητοι στους ήχους, οπότε πρέπει να είστε ιδιαίτερα αργοί στο stealth σας για να τους πλησιάσετε. Οι άλλοι έχουν συγκεκριμένη ακτίνα οπτικής και αν σας πάρουν χαμπάρι ορμάνε με δύναμη και νεύρο κατά πάνω σας.

Όσο προχωράτε στο παιχνίδι συναντάτε και άλλα είδη εχθρών. Τους Berserkers, γιγαντόσωμους μεταλλαγμένους με υπερβολική δύναμη που καλό είναι να αποφεύγεται η melee επίθεση εναντίον τους. Τους Weepers, που προσωπικά τους θεωρώ τους πιο τρομακτικούς εχθρούς του παιχνιδιού. Οι συγκεκριμένοι κάθονται ήσυχα ήσυχα σε μια γωνίτσα και μυξοκλαίνε. Έτσι και σας πάρουν χαμπάρι, όμως, αρχίζουν να τηλεμεταφέρονται όλο και πιο κοντά σας και ξαφνικά βγάζουν ένα ουρλιαχτό που σας ρουφάει όλη την ενέργεια και πεθαίνετε. Παράλληλα, δεν μπορείτε να τους σκοτώσετε με όλα τα είδη όπλων, αφού αν τους ρίξετε πχ με σφαίρες αυτοί απλά σας εντοπίζουν και αρχίζουν την επίθεση. Στη συνέχεια συναντάτε τους Reapers που παραμονεύουν στις γωνίες. Και μετακινούνται από γωνία σε γωνία προκειμένου να σας πλησιάσουν και ξαφνικά από το πουθενά σας επιτίθενται. Είναι όμως αρκετά αδύναμοι και εξολοθρεύονται σχετικά εύκολα. Οι Fireball από την άλλη είναι φλογεροί undead που μόλις τους σκοτώσετε ανατινάσσονται προκαλώντας σας ζημιά. Τέλος υπάρχει και ο Bloodhound, ένα είδος μεταλλαγμένου undead κλώνου που προχωράει αργά και βασανιστικά σε όλο το deck και σκοτώνεται πολύ δύσκολα, ενώ σας ακολουθεί μέχρι να σας εξολοθρεύσει. Ευτυχώς υπάρχει μόνος ένας σε κάθε παίξιμο.

Ασπίδα επί το έργον.

Εκτός από τους undead εχθρούς υπάρχουν και άλλου είδους εμπόδια. Πατώματα ή ταβάνια με ηλεκτρισμό που ανατινάζονται στην επαφή μαζί τους και ρομπότ-όπλα που παρακολουθούν και μόλις σας εντοπίσουν εκτοξεύουν θανατηφόρα ακτίνα. Όλα τα είδη εχθρών και εμποδίων μπορείτε να τα εντοπίσετε με το προαναφερθέν supersense, μία ιδιότητα που σας βοηθάει να αναγνωρίζετε τους εχθρούς και την τοποθεσία τους σε κάθε δωμάτιο. Για να χρησιμοποιήσετε το supersense ξοδεύετε dark matter, το οποίο κάνει regenerate μετά από κάποια δευτερόλεπτα (ανάλογα και με τα upgrades σας). Το dark matter χρησιμοποιείται και για την τηλεμεταφορά σας από σημείο σε σημείο.

Τα είδη των εχθρών σε συνδυασμό με την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα δημιουργούν το horror στοιχείο του τίτλου. Τα περισσότερα δωμάτια είναι θεοσκότεινα, οπότε πρέπει να κάνετε προσεκτική χρήση του φακού που έχετε στην διάθεσή σας, ενώ συνεχώς χρησιμοποιείτε το supersense για να εντοπίζετε τις θέσεις των εχθρών αφού τα όπλα ή τα γκάτζετ έχουν περιορισμένο αριθμό επιθέσεων και χρειάζεται έξυπνη χρήση αυτών. Στην αρχή ειδικά, το horror στοιχείο υπερτερεί, καθώς στην διάθεσή σας έχετε μόνο το Harvester οπότε είστε σε full stealth mode. Όσο περισσότερο, όμως, παίζετε, τόσο η πλάστιγγα τείνει να ισορροπήσει οδηγώντας σας σε πιο ώριμο τρόπο παιξίματος, πχ πλήρης αποφυγή εχθρών μέχρι να ανεβείτε στο κατάστρωμα που θέλετε ή κατά μέτωπο επίθεση αφού γνωρίζετε τις αδυναμίες κάθε εχθρού.

Στην παραπάνω ωριμότητα βοηθάει και η εχθρική νοημοσύνη, που δεν θα τη χαρακτήριζα και... Αϊνστάιν. Για παράδειγμα οι εχθροί δεν ανοίγουν σχεδόν ποτέ πόρτα ακόμα και αν σας έχουν εντοπίσει (οπότε είστε ασφαλείς αν κλειστείτε σε άλλο δωμάτιο με εξαίρεση τους Weepers και τον Bloodhound), ενώ οι επιθέσεις τους δεν χαίρουν ιδιαίτερης στρατηγικής. Η ευαισθησία τους στην κίνησή σας είναι άψογα υλοποιημένη, αλλά αν κάνετε θόρυβο από κάτι άλλο, πχ αν σκοτώσετε έναν εχθρό που υπάρχει στο ίδιο δωμάτιο, δεν είναι απαραίτητο ότι θα σας αντιληφθούν. Προσωπικά, βέβαια, θεωρώ πως οι δημιουργοί επίτηδες σχεδίασαν τη νοημοσύνη με τέτοιο τρόπο, ώστε το παιχνίδι να μην εξοργίζει τον παίκτη και το horror στοιχείο να υπάρχει περισσότερο ως ατμόσφαιρα παρά ως αίσθηση. Ειδικά όταν οι περισσότεροι εχθροί είναι αρκετά δυνατοί ώστε με δύο τρία χτυπήματα να σας βγάζουν νοκ άουτ, ενώ το να ψάχνετε τρόπο να ξεφύγετε σε VR παιχνίδι θα δυσκόλευε τα πράματα. Έτσι, το όποιο αποτέλεσμα είναι πολύ καλό, διατηρώντας την ιδανική ισορροπία ανάμεσα σε gameplay, μάχες, stealth και εκνευρισμό.

Ο Bloodhound προκαλεί μία κάποια ανατριχίλα όταν τον συναντάτε.

Γενικά, χρειάζεται να ολοκληρώσετε πέντε tasks, με το τελευταίο να είναι και η τελική σας διαφυγή. Προκειμένου να το καταφέρετε αυτό, πρέπει να εισέλθετε σε συγκεκριμένα δωμάτια σε κάθε κατάστρωμα, τα οποία αποτελούν ένα είδος boss fight - μαζικές επιθέσεις εχθρών. Ευτυχώς για εσάς, αν σκοτωθείτε (γιατί θα σκοτωθείτε, είναι το μόνο σίγουρο) το παιχνίδι διατηρεί την πρόοδό σας στο task αυτό ακόμα και μετά το θάνατό σας. Έτσι, εάν πχ έχετε ανοίξει δύο από τις τρεις πύλες που χρειάζονται, στο επόμενο run έχει μείνει μόνο η τελευταία. Και βέβαια αφού ολοκληρώσετε ένα task, σε κάθε επόμενο run αυτό φαίνεται ολοκληρωμένο.

Σε κάθε κατάστρωμα υπάρχουν και δωμάτια που περιέχουν supply crates, δηλαδή μπαούλα με πολλά καλούδια που όμως για να τα ανοίξετε πρέπει να επιβιώσετε από μαζικές ορδές εχθρών. Η είσοδος στα δωμάτια αυτά είναι προαιρετική, αλλά αν καταφέρετε να επιζήσετε ανταμείβεστε πλουσιοπάροχα. Γενικά, αν θέλετε να κάνετε μπόλικα upgrades χρειάζεται να επισκεφθείτε πολλά δωμάτια και να σκοτώσετε αρκετούς εχθρούς, κάτι που θα θέλετε και εσείς, αφού με κάθε παίξιμο γίνεστε καλύτεροι και επιζητάτε να εξασκηθείτε όλο και περισσότερο.

Ο χάρτης που προκύπτει κάθε φορά εξαρτάται από το πόσο μακριά έχετε φτάσει στο παιχνίδι. Έτσι, στην αρχή όσο και να σκοτώνεστε τα δωμάτια για τα τελικά objectives δημιουργούνται σε αρκετά μακρινό σημείο στον χάρτη. Μόλις όμως ολοκληρώσετε το objective πχ του πρώτου καταστρώματος, στο επόμενο παίξιμο η είσοδος για το δεύτερο κατάστρωμα εμφανίζεται σε δωμάτιο αρκετά κοντά στην αρχή. Το ίδιο συμβαίνει και από το δεύτερο στο τρίτο και από το τρίτο στο τέταρτο. Οποιαδήποτε στιγμή, ο χάρτης είναι διαθέσιμος με το πάτημα του touch pad του DualShock 4 και εμφανίζεται η κάτοψη του εκάστοτε καταστρώματος με τη θέση σας, τις θέσεις των μηχανημάτων για δημιουργία/αναβάθμιση εξοπλισμού, τη θέση των supply crates, τα σημεία για την ολοκλήρωση των tasks και τη θέση του Bloodhound (είναι ο μόνος εχθρός που η θέση του εμφανίζεται στον χάρτη).

Οι τρομακτικότατοι weepers.

Όλα τα παραπάνω γίνονται με χρήση του χειριστηρίου. Ενώ σε γενικές γραμμές είμαι υπέρ της χρήσης των PS Move για καλύτερο immersion, το συγκεκριμένο παιχνίδι πολύ σωστά επιλέγει αυτό τον τρόπο χειρισμού. Αφενός γιατί η υλοποίησή του είναι εξαιρετική, με όλα τα actions να είναι άνετα τοποθετημένα στα κουμπιά του DS4, αφετέρου διότι με το συνεχές crouching/standing δεν θα είχε νόημα το να είστε όρθιοι και να παίζετε, αφού θα χάλαγε το immersion κάθε τρεις και λίγο. Οπότε το παιχνίδι παίζεται άνετα από τον καναπέ χωρίς να χάνει όμως σε immersion, αφού η ατμόσφαιρα σε συνδυασμό με την αδρεναλίνη του roguelike σας βοηθάει στο να ξεχνάτε πλήρως ότι είστε σπίτι σας. Προκειμένου να στοχεύσετε εχθρούς ή αντικείμενα χρησιμοποιείτε το headset, κάτι που μπορεί να προβληματίσει ορισμένους, αν και η αλήθεια είναι πως η μέθοδος αυτή προσφέρει τη βέλτιστη σταθερότητα. Παράλληλα, το παιχνίδι προσφέρει πληθώρα από ρυθμίσεις άνεσης για όλα τα γούστα, οπότε όσο και αν σας ζαλίζει το VR, σίγουρα θα βρείτε μία ρύθμιση που σας ταιριάζει.

Να κάνω και μία αναφορά στο multiplayer του The Persistence, αν και δεν κατάφερα να το δοκιμάσω. Υπάρχει διαθέσιμη εφαρμογή για κινητά, μέσω της οποίας μπορεί ένας φίλος σας να παρακολουθεί την πορεία των εχθρών και να σας κατευθύνει κατάλληλα, ενώ μπορεί να κάνει upgrade στις δυνατότητες που έχει, πχ μπορεί να κάνει freeze κάποιον εχθρό ή να ανοίξει πόρτες και να τους μεταφέρει σε άλλο δωμάτιο. Μία έξυπνη προσθήκη είναι ότι με το δικό σας θάνατο ο φίλος σας παίρνει έξτρα bonus, οπότε δεν μπορείτε να τον εμπιστεύεστε απόλυτα.

Ο οπτικός τομέας του παιχνιδιού έχει τα καλά του και τα κακά του. Ενώ τα κοντινά αντικείμενα έχουν εντυπωσιακές λεπτομέρειες, οτιδήποτε μακρινό έχει μία μικρή θολούρα. Δεν είναι σε σημείο να ενοχλεί, αλλά καθώς έπαιξα στο PS4 Pro, υποψιάζομαι ότι στο απλό PS4 μπορεί το φαινόμενο να είναι πιο δυσάρεστο. Οι διάφορες υφές θα μπορούσαν να είναι καλύτερες, όμως oι φωτοσκιάσεις σε συνδυασμό με τα όμορφα εφέ καταφέρνουν να δημιουργήσουν μία κλειστοφοβική ατμόσφαιρα αντίστοιχη του Alien Isolation. Όπως και στο Isolation, έτσι και εδώ νιώθετε αποκλεισμένος σε ένα διαστημόπλοιο, περιτριγυρισμένος από εχθρούς. Βέβαια εδώ δεν είστε συνεχώς στην τσίτα, ειδικά με την ωριμότητα που αποκτάτε με κάθε παίξιμο. Ο λόγος είναι ότι μαθαίνετε τους εχθρούς, συνειδητοποιείτε ότι δεν διασχίζουν δωμάτια, ξέρετε με ποιο όπλο να αντιμετωπίσετε τον καθένα και αγχώνεστε όχι τόσο για το τί θα συναντήσετε, όσο για το αν θα καταφέρετε να ολοκληρώσετε το run.

Η εφαρμογή για το multiplayer, όπως αυτή φαίνεται στην οθόνη του κινητού.

Ο ηχητικός τομέας του The Persistence είναι εξαιρετικός και ένα από τα δυνατά του στοιχεία. Διάφοροι ήχοι από το διαστημόπλοιο ακούγονται σε κάθε δωμάτιο, σωλήνες εκρήγνυνται ή ταβάνια πέφτουν τρομάζοντάς σας, ενώ και οι ίδιοι οι εχθροί εκπέμπουν απομακρυσμένα ήχους, πχ ο Bloodhound τρίβει το όπλο του στο πάτωμα και οι τριγμοί ακούγονται δύο και τρία δωμάτια παραπέρα. Μουσική υπάρχει μόνο για να συνοδεύει τους τίτλους και κάποιες σκηνές που λειτουργούν εν είδει cutscenes - άλλωστε μιλάμε για horror παιχνίδι και η απουσία μουσικής επιβάλλεται.

Σε γενικές γραμμές, αυτό που χρειάζεται αλλά και καλλιεργείτε ενώ παίζετε το The Persistence είναι ακριβώς ό,τι λέει και το όνομά του: επιμονή. Θα πιάσετε τον εαυτό σας μετά από κάθε θάνατο να έχει πεισμώσει και να θέλει να πάει παραπέρα. Το διασκέδασα πολύ το παιχνίδι ακριβώς γιατί μου δημιούργησε αυτή την αίσθηση του replayability που είχα καιρό να νιώσω. Αποτελεί μία εξαιρετική και ισορροπημένη υλοποίηση horror και roguelike σε VR περιβάλλον. Επίσης θα σας κρατήσει απασχολημένους για πολύ χρόνο, αφού για να ολοκληρώσετε όλα τα tasks μπορεί να χρειαστούν οκτώ ώρες ή και περισσότερο ανάλογα με τους θανάτους και τα επαναπαιξίματά σας. Με την εξαιρετική τιμή των 30 ευρώ, το The Persistence αξίζει τα λεφτά του και με το παραπάνω.

  • Εξαιρετική ισορροπία horror και roguelike
  • Πολύ καλός χειρισμός
  • Ήχος
  • Replayability
  • Ποικιλία εχθρών, όπλων και αναβαθμίσεων
  • Μικρή θολούρα στα γραφικά
  • Ο εκνευρισμός που υπάρχει σε κάθε roguelike
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 9.0

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PlayStation VR
ΑΝΑΠΤΥΞΗ:Firesprite
ΕΚΔΟΣΗ:Firesprite
ΔΙΑΘΕΣΗ:Sony Hellas
ΕΙΔΟΣ:Roguelike horror
ΠΑΙΚΤΕΣ:Single-player, multiplayer
ΕΠΙΣΗΜΟ SITE:https://www.playstation.com/el-gr/games/the-persistence-ps4/
HM. ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:24/7/2018