Game20.gr, το Άσυλο των gamers

Penny Dreadful: Η σειρά

Ανέκαθεν η βρετανική λογοτεχνική σχολή έδειχνε ένα ζωηρό ενδιαφέρον ή αλλιώς μια ασυγκράτητη έλξη προς τον κόσμο του τρόμου και δη του μεταφυσικού. Ίσως ο μουντός καιρός της Γηραιάς Αλβιώνας να παίζει τον ρόλο του. Ποιος ξέρει; Το πλήθος και η επιρροή των λογοτεχνικών μυθιστορημάτων που άφησαν πίσω τους ορισμένοι εκ των σπουδαιότερων Βρετανών μυθιστοριογράφων όπως οι Bram Stoker (Dracula), Oscar Wilde (The Portrait of Dorian Gray), Robert Stevenson (Dr.Jekyll and Mr.Hyde) και η Mary Shelley (Frankenstein) συνιστά ένα απέραντο θησαυροφυλάκιο λογοτεχνικής κληρονομιάς. Κατά την άποψή μου, το σημαντικότερο επίτευγμα της βρετανικής λογοτεχνίας τρόμου δεν έγκειται τόσο στην συμπαγή γραφή και στην ανατριχιαστική περιγραφή των ιστοριών, αλλά στην γένεση νοσηρών χαρακτήρων με πολυδιάστατο υπόβαθρο.

Τα τελευταία χρόνια και πιο συγκεκριμένα στον “μικρόκοσμο” της μεγάλης οθόνης παρατηρούμε μια τάση από εταιρίες-κολοσσούς να ενοποιήσουν πολλούς και εμβληματικούς χαρακτήρες κάτω από ένα ενιαίο σύμπαν. Την αρχή έκανε η Marvel με τους Avengers, ακολούθησε η DC με τη Justice League και τώρα τελευταία η Universal Pictures με το αμφιλεγόμενο Monsterverse. Στον χώρο της τηλεόρασης, το αμερικανικό συνδρομητικό δίκτυο Showtime και το βρετανικό Sky βρέθηκαν κάτω από την ίδια ομπρέλα με σκοπό να ενώσουν τις δυνάμεις τους, δημιουργώντας το δικό τους σκοτεινό μωσαϊκό τεράτων που αργότερα έγινε ευρέως γνωστό ως Penny Dreadful.

Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα στην Μεγάλη Βρετανία, εμφανίστηκαν τα penny dreadfuls, μικρά και αυτοτελή διηγήματα φαντασίας που απευθύνονταν κυρίως στην εργατική τάξη, αφού κόστιζαν μονάχα μια πένα (penny) ενώ οι θεματικοί άξονές τους στηρίζονταν στην μυθοπλασία τεράτων και σε διάφορες φανταστικές αστυνομικές ιστορίες. Ο όρος penny dreadful είναι διττός, περιγράφοντας έτσι ένα φτηνό οικονομικά αλλά “κακόγουστο” ανάγνωσμα. Βέβαια, μια τηλεοπτική σειρά με παραγωγούς τον John Logan (σεναριογράφο των Gladiator, Aviator, Any Given Sunday) και Sam Mendes (πολυβραβευμένο σκηνοθέτη των Revolutionary Road, American Beauty, Jarhead) κάθε άλλο παρά κακόγουστη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Μάλιστα, οι Logan και Mendes συνεργάστηκαν στις τελευταίες κινηματογραφικές περιπέτειες του James Bond (Skyfall, Spectre). Τελικώς, η σειρά Penny Dreadful πήρε σάρκα και οστά το 2014.

Ο δρόμος προς τη λύτρωση φαντάζει αιώνας για τον John Claire.

Θα πρέπει να ξεκαθαρίσω ότι το Penny Dreadful, παρότι μυθοπλαστικού και φανταστικού χαρακτήρα, δεν απευθύνεται σε catchy ορέξεις. Δεν αναφερόμαστε σε κάποιο βεβιασμένο και άνευρο κλώνο με b-movie καταβολές. Aν είστε λάτρεις ταινιών τρόμου και γουστάρετε jum scares, προφανέστατα το Penny Dreadful δεν ενδείκνυται για εσάς. Δεν έχω τίποτα με τέτοιου είδους δημιουργίες. Κάθε άλλο. Τις κάνω κέφι και εγώ. Στην παρούσα φάση όμως μιλάμε για κάτι τελείως διαφορετικό. Αν αποφασίσετε να το ξεκινήσετε, οφείλετε να το έχετε κατά νου. Τέλος, θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι το κείμενο δεν περιέχει spoilers (τα οποία άλλωστε απεχθάνομαι). Κοινώς, διαβάζετε ελεύθερα.

Το καστ του Penny Dreadful απαρτίζεται από μερικά σπουδαία ονόματα, όπως η εκθαμβωτική Eva Green (300: Rise of an Empire, Casino Royale, The Dreamers), ο “γερόλυκος” Timothy Dalton (The Living Daylights, Licence to Kill) και ο ελαφρώς “παροπλισμένος” από τα τελευταία κινηματογραφικά τεκταινόμενα Josh Hartnett (Sin City, Lucky Number Slevin, Black Hawk Down). Επιπροσθέτως, το καστ της σειράς περιλαμβάνει και τους Reeve Carney (The Twilight Saga), Rory Kinnear (The Imitation Game), Harry Treadway (The Lone Ranger), Helen McCrory (Peaky Blinders, Hugo) και Billie Piper (Doctor Who).

Το Penny Dreadful χωρίζεται σε τρεις κύκλους των 27 επεισοδίων, με το κάθε επεισόδιο να διαρκεί μια ώρα περίπου. Ο ρυθμός της κινηματογράφησης είναι αργόσυρτος, σχεδόν πένθιμος, ξεκαθαρίζοντας από νωρίς τις προθέσεις των δημιουργών του, αναφορικά με την ατμόσφαιρα της σειράς. Οι μαύρες και οι γκρίζες πινελιές της φωτογραφίας ενισχύουν ακόμα περισσότερο τον σαγηνευτικό και “μεταφυσικό” κόσμο. Ένα από τα μεγαλύτερα προτερήματα της σειράς είναι η αριστοτεχνική απεικόνιση του ομιχλώδους και σκιερού Λονδίνου. Η καταχνιά του Lambeth, η σαπίλα και η εξαθλίωση που απορρέει από τα λασπώδη σοκάκια του Whitechapel, τα επιβλητικά νέοκλασικά κτίσματα του Westminister και η ξακουστή γοτθική αρχιτεκτονική της πόλης του Λονδίνου, τονίζουν επιβλητικά και με περίσσια παραστατικότητα το horror εικαστικό της σειράς. Η μουσική επένδυση κοσμείται από μελαγχολικούς ήχους βιολιών, οπερικά ξεσπάσματα και απαλά περάσματα ακουστικής κιθάρας, παράγοντας έτσι ανατριχιαστικές και βαθιά συναισθηματικές μελωδίες. Για να είμαι ειλικρινής, το συνολικό μουσικό ύφος της σειράς θα μπορούσε κάλλιστα να φέρει την υπογραφή των Candlemass, My Dying Bride ή των Opeth. Θα του πήγαινε γάντι.

Saints and sinners.

Η ιστορία λαμβάνει χώρα στην άκρως μυστικιστική και ατμοσφαιρική περίοδο του βικτωριανού Λονδίνου. Ο Sir Malcolm Murray (Timothy Dalton), ένας ευκατάστατος αλλά ισχυρογνώμων Βρετανός μεγαλοαστός, συγκεντρώνει μια επίλεκτη ομάδα “χαρισματικών” ανθρώπων με σκοπό την ανεύρεση της κόρης του, Mina. Κατά τον Murray, σκοτεινές οντότητες απήγαγαν την μονάκριβη κόρη του, με σκοπό να πλήξουν ολόκληρο τον κόσμο. Το ιδιαίτερο αυτό γκρουπ των “ανθρώπων” που στρατολογεί ο Murray απαρτίζεται από την Vanessa Ives (Eva Green), ένα μέντιουμ με τρομερές ικανότητες γύρω από την κατανόηση του μεταφυσικού, τον αφρικανικής καταγωγής και πολυσύνθετο υπηρέτη του Murray, Sembene, έναν μυστικοπαθή φοιτητή της ιατρικής ονόματι Victor Frankenstein (Harry Treadway) και τον τυχοδιώκτη gunslinger Ethan Chandler (Josh Hartnett), γόνο μιας ζάμπλουτης αμερικανικής οικογένειας με βιρτουόζικο ταμπεραμέντο. Αυτή είναι η βασική πλοκή του πρώτου κύκλου. Όσο κυλά η ιστορία όμως, πρόσωπα και καταστάσεις αλλάζουν, ανατροπές ταράζουν συθέμελα τις σχέσεις ανάμεσα στους πρωταγωνιστές ενώ νέες απειλές εμφανίζονται στον ορίζοντα.

Παράλληλα, η πένα των σεναριογράφων εμπλέκει στο story πολλούς και άκρως ενδιαφέροντες χαρακτήρες, όπως τον νάρκισσο Dorian Gray (Reeve Carney), τον αποκρουστικό εξ όψεως John Clare (Rory Kinnear), τον ιδιόρρυθμο καθηγητή Αιγυπτιολογίας Ferdinand Lyle και την διαβολική Madame Kali (Helen McCrory) και άλλους. Όπως αντιλαμβάνεστε, ο κάθε χαρακτήρας έχει το δικό του backstory το οποίο γνωρίζετε σταδιακά. Αυτές οι παράπλευρες ιστορίες των χαρακτήρων που στηρίζονται σε μπόλικα flashbacks, συνιστούν το αλατοπίπερο της σειράς, καθώς οι δημιουργοί θέλουν να αφηγηθούν origin ιστορίες, ενσωματώνοντας αυτές στον πυρήνα της κεντρικής ιστορίας. Τίποτα δεν φαντάζει περιττό ή αχρείαστο. Για παράδειγμα: ποιο είναι το μακάβριο μυστικό που πασχίζει πάση θυσία να αποκρύψει ο Ethan Chandler από τους υπόλοιπους; Για ποιο λόγο οι τοίχοι του πελώριου διαμερίσματος του Dorian Gray στολίζονται από αναρίθμητους πίνακες ζωγραφικής; Ποια είναι η σχέση του John Clare με τον Victor Frankenstein; Τί πραγματικά συνέβη στην Vanessa Ives, προτού γνωρίσει τον Sir Malcolm Murray;

Όπως ευκόλως γίνεται αντιληπτό, στον κόσμο του Penny Dreadful παρελαύνουν όλων των ειδών τα πλάσματα. Λυκάνθρωποι, βρικόλακες, δαίμονες, δαιμονισμένοι, μάγισσες κτλ. Κάτι ακόμα που αξίζει να σημειωθεί είναι η splatter-gore αισθητική που αφομοιώνεται. Το Penny Dreadful δεν λυπάται το αίμα, ούτε τους σκοτωμούς. Παραείναι τολμηρό και ακραίο σαν δημιουργία για να καταστεί συντηρητικό. Σε καμία των περιπτώσεων δεν εννοώ ότι καταντά χυδαίο. Όχι. Κύριο μέλημά του είναι να σας καλωσορίσει σε έναν αφιλόξενο κόσμο στον οποίο κυριαρχούν η ματαιοδοξία, η ανηθικότητα, ο dark λυρισμός και η άκρατη βία.

Το ταπεινό εργαστήριο του Dr. Victor Frankenstein.

Ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό γνώρισμα που υιοθετείται είναι η επιρροή της ελληνικής τραγωδίας που κληροδοτείται ολοκληρωτικά στη σειρά. Η ορολογία της λέξης “τέρας” χρησιμοποιείται μάλλον αλληγορικά. Τέρας δεν είναι μόνο μια παραμορφωμένη οντότητα που ασυστόλως κατακρεουργεί και δολοφονεί τα ανυπεράσπιστα θύματα του. Τέρας μπορεί να είναι και ένα ανθρώπινο ον που έχει κατακλυστεί από μισαλλοδοξία και μιζέρια. Ένα άδικο παιχνίδι της μοίρας; Μια αθώα αρχή που κατέληξε σε ένα τραγικό συμβάν; Σύμφωνα με το Penny Dreadful, δεν γεννιέται κάποιος τέρας. Γίνεται στην πορεία. Για τους δημιουργούς της σειράς άλλωστε, ο κάθε άνθρωπος κρύβει ένα τέρας ή έναν δαίμονα μέσα του, εννοώντας ότι ο καθένας από εμάς, επιλέγει να κρύψει ένα ένοχο μυστικό από τους υπόλοιπους συνανθρώπους του.

Δεν είναι υπερβολή να παραδεχθούμε ότι η μέθοδος της αφήγησης ξεκάθαρα παίζει με την ψυχολογία του θεατή, τοποθετώντας τον σε μια άβολη και ψυχεδελική κατάσταση. Καθώς το Penny Dreadful περικλείεται από τον κόσμο του μεταφυσικού, δεν θα μπορούσε να μην αφιερώσει λίγο χρόνο και στην επίδραση που έχει η θρησκεία, σαν εργαλείο επιρροής και επιβολής, στο ψυχισμό του εκάστοτε ανθρώπου. Δίχως να βεβηλώνει και να αφορίζει αρετές και λοιπές θρησκευτικές αξίες, προκαλεί τον θεατή να αναρωτηθεί, υπάρχει τελικά Θεός; Αν υπάρχει, για ποιο λόγο αφήνει τα τέκνα του να ταλαιπωρούνται από κακουχίες και να βυθίζονται στην ακολασία; Μήπως τελικά αμαρτία είναι να θέλει κάποιος να ζήσει μια φιλήσυχη ζωή;

Ένα ακόμη συστατικό στοιχείο που εκτίμησα είναι η απουσία κλισέ καταστάσεων. Γι’ αυτό μην περιμένετε ευχάριστα τέλη. Οι κεντρικοί χαρακτήρες δεν παρουσιάζονται ανίκητοι, ούτε macho. Παρότι “υπεράνθρωποι”, εμφανίζονται μάλλον γήινοι και ευάλωτοι (τόσο σωματικά, όσο και ψυχικά), υποκύπτουν στην αμαρτία, καλούνται να ζήσουν με τις τύψεις των εγκλημάτων τους κτλ. Πρακτικά, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι θυμίζουν αερικά ή στοιχειά που απλά συνυπάρχουν στον κόσμο των ζωντανών. Δεν είναι λίγες οι φορές που και οι ίδιοι αισθάνονται παρείσακτοι ή ακόμα και παρίες σε έναν κόσμο που αφού πρώτα τους δημιούργησε, λίγο αργότερα τους απέβαλε από τον οργανισμό του. Οι αναφορές περί κοινωνικού αποκλεισμού και ρατσισμού είναι κάτι παραπάνω από έκδηλες.

Ούτε ψύλλος στον κόρφο της Vanessa Ives.

Μολονότι το σύνολο των προσωπικοτήτων που σκιαγραφεί το Penny Dreadful είναι απίστευτα πλούσιο και βαθύ, δεν θα μπορούσα να μην σταθώ στην Eva Green, η οποία αποτελεί δίχως αμφιβολία την απόλυτη σταρ της σειράς. Η Γαλλίδα ηθοποιός συνιστά από μόνη της μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να ξεκινήσετε τη σειρά. Δεν κάνω πλάκα. Κυριολεκτώ! Η Eva Green (ίσως στον ρόλο της ζωής της) ενσαρκώνει την μυστηριώδη αλλά πληθωρική Vanessa Ives, μια δραματική και αινιγματική περσόνα. Αρχικά, η Green είναι το λιγότερο απολαυστική χειριζόμενη την αγγλική γλώσσα. Η σχεδόν αψεγάδιαστη άρθρωση των λέξεων που άλλοτε στάζουν οργή και άλλοτε αγάπη, σε συνδυασμό με την προφορά της βαριάς αγγλικής που υιοθετεί, αρκούν για να μείνετε στήλη άλατος επί της οθόνης. Επίσης, ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζεται την εκφραστικότητα των ματιών της, κρίνεται επιβεβλημένος να διδάσκεται σε σχολές και εργαστήρια υποκριτικής. Πότε φλογερά και επικίνδυνα και πότε βουρκωμένα και μελαγχολικά. Με πιο απλά λόγια, avant-garde ερμηνεία!

Καταραμένη από τον Διάβολο, η Vanessa Ives κουβαλά τον δικό της σταυρό του μαρτυρίου. Ευρισκόμενη σε μια διαρκή πάλη με τους εσωτερικούς δαίμονές της, η Ives μάχεται για να κρατήσει τον Θεό στην καρδιά της. Από το lore της σειράς, γρήγορα μαθαίνετε ότι η Ives αποτελεί τον διακαή πόθο και το πολυπόθητο τρόπαιο που επιζητά να αποκτήσει ο Εωσφόρος. Το πώς και το γιατί, προτιμώ να το ανακαλύψετε μόνοι σας. Η νεαρή γυναίκα δεν μπόρεσε ποτέ να ερωτευτεί όπως όλες οι κοπέλες της ηλικίας της, δεν κατάφερε να ζήσει την ζωή όπως η ίδια επιθυμούσε και δεν αισθάνθηκε ποτέ κοινωνικά ανεξάρτητη. Μέσα από μια σειρά αλλόκοτων γεγονότων, η Ives αποκτά τις ικανότητες ενός μέντιουμ, προβλέπει το μέλλον ενώ παράλληλα μιλά την γλώσσα του Ερπετού. Γενικότερα, το backstory της Vanessa Ives καλύπτεται από ένα πελώριο πέπλο μυστηρίου το οποίο σεναριακά και μόνο αποτελεί ένα καταπληκτικό δείγμα γραφής.

Αν προσπαθήσω να βρω ελαττώματα ή παρασπονδίες στο Penny Dreadful, το πιθανότερο είναι ότι δεν θα τα καταφέρω, αφού το κατατάσσω μέσα στις πέντε-έξι ποιοτικότερες σειρές που έχω παρακολουθήσει ever. Αν πρέπει οπωσδήποτε να προσάψω κάτι αρνητικό στη σειρά, αυτό έγκειται στην απόφαση των δημιουργών να εγκαταλείψουν (κατά μια έννοια) το project. Συγκεκριμένα, στον τρίτο κύκλο, πάνω που επέρχεται κορύφωση με την εμφάνιση ενός εμβληματικού κακού που σίγουρα έχετε ακουστά, ξέρετε και έχετε διαβάσει ή δει πράγματα γι αυτόν, το μαγαζί... κατεβάζει ρολά. Η προσθήκη του συγκεκριμένου και πασίγνωστου αρχικακού δεν αξιοποιήθηκε όπως θα του άρμοζε. Γενικότερα πάντως, παρακολουθώντας τον ρυθμό με τον οποίο κυλούσε η ιστορία στον τρίτο κύκλο, κάτι αρνητικό σε προδιέθετε για το τέλος. Πολλές οι βεβιασμένες κινήσεις, ιδίως σεναριακά μιλώντας.

Νοσηρά πλάσματα.

Πάντως η σειρά κλείνει εντυπωσιακά, παραδίδοντας ένα συναισθηματικά φορτισμένο και ηλεκτρισμένο φινάλε. Τώρα, μπορεί να αναρωτηθείτε μερικοί αν τελικώς η όλη φάση σήκωνε και τέταρτη σεζόν. Η απάντηση που μπορώ να δώσω ακροβατεί ανάμεσα στο ναι και στο όχι. Υπό άλλες συνθήκες, ίσως και να μιλούσαμε για ξεχείλωμα, οπότε ορθά έπραξαν και το έκλεισαν έτσι. Από την άλλη όμως, ήταν τόσο απότομη η αφηγηματική ροή στον τρίτο κύκλο που θα αναρωτιόμασταν τί θα μπορούσαν να είχαν καταφέρει οι δημιουργοί σε έναν ενδεχόμενο τέταρτο κύκλο. Αυτό όμως είναι κάτι που μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ.

Συνοψίζοντας, το Penny Dreadful δεν είναι μια σειρά όπως όλες οι άλλες. Σίγουρα πρόκειται για μια αντισυμβατική έως και αιρετική δημιουργία. Συνιστά έναν δαιδαλώδη φόρο τιμής στην αγγλική λογοτεχνία τρόμου, ενοποιώντας γνωστούς αλλά και άγνωστους χαρακτήρες, με το τελικό αποτέλεσμα να είναι κάτι παραπάνω από θελκτικό και αξιομνημόνευτο. Η εικαστική και ατμοσφαιρική απεικόνιση του Βικτωριανού Λονδίνου, το πλήθος των φημισμένων λογοτεχνικών τεράτων, η αριστουργηματική σκηνοθεσία, η εκπληκτική ιστορία, η ποιοτική χροιά που αποπνέεται από τους διαλόγους, η μοναδική Eva Green ως Vanessa Ives, αποτελούν πειστήρια της αδιαμφισβήτητης ποιότητας του Penny Dreadful. Δείτε το και δεν θα το μετανιώσετε!