Game20.gr, το Άσυλο των gamers

Darksiders: Η Αποκάλυψη των Τεσσάρων

Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη, οι δύο θεμέλιοι λίθοι πάνω στους οποίους στηρίχτηκε το οικοδόμημα του Χριστιανισμού, ανάμεσα στο πλήθος των διδαχών και παραβολών τους, περιγράφουν και διηγούνται την αιώνια μάχη του καλού και του κακού, ανάμεσα σε δυο βασίλεια. Κόλαση - το άντρο του Έκπτωτου Αγγέλου και κατήφορος της ανθρώπινης ψυχής. Παράδεισος – η επουράνια βασιλεία του Θεού, καταφύγιο του μεταθανάτιου ανθρώπινου πνεύματος. Στο βιβλίο της Αποκάλυψης του Ιωάννη και πιο συγκεκριμένα στο έκτο κεφάλαιο της και στα εδάφια 1-8, ο αμνός του Θεού ανοίγει τις τέσσερις από τις επτά σφραγίδες της περγαμηνής που κρατά στο δεξί του χέρι ο Θεός, με αποτέλεσμα τέσσερις αναβάτες να κάνουν την εμφάνισή τους. Στην θρησκευτική ιστορία, οι τέσσερις ιππείς φέρουν τις αλληγορικές ονομασίες του Πολέμου, Λιμού, Θανάτου και Λοιμού, αλλά γίνονται ευρέως γνωστοί ως οι Τέσσερις Καβαλάρηδες της Αποκάλυψης, προάγγελοι της Τελικής Κρίσης. Στον χώρο των video games, τους έχετε ακουστά και ως Darksiders.

Καμιά δεκαριά χρόνια πριν, η THQ και η νεοσύστατη τότε Vigil, εργάζονταν πυρετωδώς για τον σχεδιασμό του νέου παιχνιδιού τους. Τους ρόλους των creative directors ανέλαβαν οι David Adams (Warhammer 40K) και Joe Madureira. Ο τελευταίος μάλιστα, γνωστός για τις δουλειές του στο The Uncanny X-Men της Marvel Comics και στο Battle Chasers, εκτελούσε παράλληλα χρέη σεναριογράφου, όχι μόνο του παιχνιδιού αλλά και της κόμικ έκδοσης του Darksiders! Επομένως, δεν είναι καθόλου υπερβολή να τονιστεί ότι ο Madureira είναι ο ιθύνων νους πίσω από την δημιουργία της σειράς. Στην καλλιτεχνική διεύθυνση της μουσικής, υπεύθυνοι ήταν οι Chris Velasco (Borderlands, Starcraft, Bloodborne, Resident Evil 7) και Mike Reagan (Twisted Metal, God of War). Όπως ευκόλως γίνεται αντιληπτό, η ομάδα των συντελεστών του πρώτου Darksiders παραπέμπει σε supergroup. Τελικώς, το παιχνίδι βγήκε τον Ιανουάριο του 2010.

Αρχικά, το lore του Darksiders επικεντρώνεται στη βαρβαρική φυλή των Nephilim. Ατρόμητοι πολεμιστές μεν, πολεμοχαρείς σφαγείς δε. Το σύμπαν έτρεμε στο άκουσμα του ονόματός τους, καθώς πολλοί κόσμοι λεηλατήθηκαν και αφανίστηκαν, από την δίψα των Nephilim για καταστροφή. Τέσσερις εξ αυτών αποστασιοποιήθηκαν, καθώς ένιωσαν ότι οι κτηνώδεις πράξεις του λαού τους, επέφεραν διατάραξη στην συμπαντική ισορροπία. Τελικώς, καταφεύγουν στο Charred Council, ορκιζόμενοι πλήρη υποταγή. Στο Charred Council (ανώτατο συμβούλιο ορισμένο από τον ίδιο τον Creator) “προεδρεύουν” ανώτερα όντα που λειτουργούν ως μια αδιαίρετη και ανεξάρτητη αρχή. Βασικές προτεραιότητες του συμβουλίου είναι ο σεβασμός στην ύπαρξη και η τήρηση του νόμου. Οι τέσσερις “αποστάτες” Nephilim ορίζονται εκτελεστικά όργανα του συμβουλίου, με την φήμη τους να εξαπλώνεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του σύμπαντος. Η σκοτεινή αδελφότητα των τεσσάρων ιδρύεται. Πλέον αποκαλούνται Four Horsemen of the Apocalypse (Τέσσερις Καβαλάρηδες της Αποκάλυψης), αποτελούμενοι από τους War (Darksiders 1), Death (Darksiders 2), Fury (Darksiders 3) και Strife (Darksiders 4 – αν υπάρξει).

Χαίρετε, λέγομαι War και είμαι badass.

Μέσα από αυτήν τη νέα άρχουσα τάξη, η Κόλαση, ο Παράδεισος και η Γη των ανθρώπων, συμβιώνουν για αιώνες, υπό καθεστώς ανακωχής. Η σύναψη της συνθήκης που ορίζει την ανακωχή, εξαρτάται από την ακεραιότητα επτά σφραγίδων, η φύλαξη των οποίων, συνιστά ύψιστο καθήκον των Καβαλάρηδων. Ωστόσο υπάρχουν δυο απαράβατοι νόμοι: αν οι σφραγίδες σπάσουν, πυροδοτείται το Endwar ή αλλιώς η Αποκάλυψη, ο πόλεμος των τριών βασιλείων. Τότε οι Horsemen πρέπει να σεβαστούν το “κάλεσμα” και να ιππεύσουν για να τιμωρήσουν τους άπιστους. Αν έστω μια σφραγίδα σπάσει, ο Horseman που θα κληθεί να λογοδοτήσει, κρίνεται αυτομάτως ενορχηστρωτής και σκευωρός.

Αιφνιδιαστικά και υπό άκρα μυστικότητα, η έβδομη εκ των σφραγίδων σπάει. Το πραξικόπημα επιφέρει αναταραχή στην ισορροπία και στο ξέσπασμα του Endwar, με τις σκοτεινές δυνάμεις της Κόλασης και τον αγγελικό στρατό του Παραδείσου να μάχονται μεταξύ τους, ισοπεδώνοντας ολοσχερώς το βασίλειο της Γης. O War τηλεμεταφέρεται στο μέτωπο και όντας σαστισμένος, βρίσκεται να πολεμά μόνος του απέναντι σε ορδές δαιμόνων και αγγέλων. Η μάχη καταλαγιάζει και το Charred Council καλεί εσπευσμένα τον War, κρίνοντας τον ένοχο και συνάμα προδότη. Το συμβούλιο ανακοινώνει ότι η τιμωρία που προβλέπεται είναι η έκτιση ποινής φυλάκισης για έναν αιώνα. Από την πλευρά του ο War, ζητά να αφεθεί ελεύθερος για να κυνηγήσει τους υπεύθυνους, ξεσκεπάζοντας την πλεκτάνη που στήθηκε εις βάρος του. Το Charred Council συναινεί στο αίτημα του Καβαλάρη, με τη μόνη διαφορά ότι τον τελευταίο θα επιτηρεί καθόλη τη διάρκεια του ταξιδιού ο Watcher, ένα δαιμόνιο και πιστός υπηρέτης του συμβουλίου, έχοντας μάλιστα την ιδιότητα να προκαλεί πόνο και δυσφορία στον War, κάθε φορά που παρακούει τις εντολές του.

Περιγράφοντας τον War, κάλλιστα θα μπορούσαμε να τον παρομοιάσουμε με το ιδεατό μοντέλο ενός ευγενή ιππότη που σέβεται και τηρεί τους νόμους του βασιλείου που εκπροσωπεί. Για τον ίδιο, η απονομή δικαιοσύνης που επιβάλλουν οι κανόνες του Charred Council, συνθέτουν τον προσωπικό του κώδικα τιμής. Ο Κόκκινος Καβαλάρης, όπως τιτλοφορείται, εμφανίζεται λιγομίλητος αλλά αφοσιωμένος στην διατήρηση της ισορροπίας. Η οργή που νιώθει μέσα του, για την άδικη κατηγορία της προδοσίας, δεν είναι αρκετή για να δαμασθεί. Κραδαίνοντας το Chaoseater, το σπαθί-σήμα κατατεθέν του, το πιστόλι-revolver Mercy και ιππεύοντας τον Ruin, το φλεγόμενο άλογο του, ο War καταφθάνει στην ερειπωμένη Γη για να απονείμει τη δική του δικαιοσύνη. Κατά την ενασχόληση με το Darksiders, γνωρίζετε αρκετούς ακόμα ενδιαφέροντες χαρακτήρες όπως τον αινιγματικό Samael, τον σκληροτράχηλο Uthane, τη φτερωτή Uriel, τον οπορτουνιστή Vulgrim, τον πιστό στρατιώτη Abaddon και τον σοφό Azrael.

Προμηνύεται μάχη χαρακωμάτων άραγε;

Η σπουδαιότητα πάνω στην οποία εγκαθιδρύεται η ανάγκη για την ισορροπία του σύμπαντος, παραπέμπει ολοφάνερα στο Star Wars lore, όπου και εκεί η διατήρηση της ισορροπίας, διαμέσου της Force (Δύναμη) κρίνεται επιβεβλημένη. Ουσιαστικά, η επιβολή της ειρήνης ανάμεσα στις δυο δημιουργίες, παρουσιάζει ταυτόσημες έννοιες και ομοιότητες. Πάντως, το γεγονός ότι ο Madureira καταφέρνει να προσδώσει υλική υπόσταση σε θρησκευτικές πηγές αλλά και σε υπαρξιακής φύσης ζητήματα, στηριζόμενος αποκλειστικά στη φαντασία της πένας του, τουλάχιστον για εμένα, αποτελεί τεράστιο επίτευγμα. Γενικότερα, είναι εκπληκτικός ο τρόπος με τον οποίο αποτυπώνεται η μυθολογία των Καβαλάρηδων και της Αποκάλυψης, παρότι το θεϊκό στοιχείο απουσιάζει σκοπίμως.

Σε θέματα gameplay και art direction, αν προσπαθήσει κάποιος να κολλήσει κάποιου είδους φτηνή ταμπέλα στο Darksiders, το πιθανότερο είναι να φάει τα μούτρα του. Tην περίοδο που κυκλοφόρησε το πρώτο Darksiders, δεν ήταν λίγοι εκείνοι που υποστήριξαν ότι αποτελεί ένα πάντρεμα Zelda και Devil May Cry. Δίχως να απορρίπτω τη συγκεκριμένη άποψη, εκτιμώ ότι κατά ένα μεγάλο ποσοστό, η gameplay φιλοσοφία του Darksiders και το σχεδιαστικό ύφος του (το οποίο είναι βαμμένο με μπόλικες gothic πινελιές), αντλούν περισσότερες επιρροές από τα θρυλικά παιχνίδια της Crystal Dynamics, Blood Omen, Soulreaver και Legacy of Kain. Η κόμικ αισθητική και τα splatter/gore στοιχεία, συνδυάζονται με τρόπο αρμονικό και ζηλευτό, παράγοντας ένα ξεχωριστό εικαστικό/οπτικό αποτέλεσμα, τονίζοντας εμφατικά την ιδιαίτερη προσωπικότητα του τίτλου. Το Darksiders θα μπορούσε κάλλιστα να συστηθεί ως ένα πολυπρόσωπο υβρίδιο το οποίο κατορθώνει να οικειοποιηθεί πολλαπλούς gameplay μηχανισμούς.

Ο κόσμος του Darksiders, υιοθετώντας ένα sandbox μοτίβο, παρουσιάζεται ιδιαιτέρως πειστικός ως προς την αναπαράσταση ενός μεταποκαλυπτικού περιβάλλοντος. Τα απομεινάρια του ανθρώπινου πολιτισμού, όπως τα κατεστραμμένα κτίρια των μεγάλων αστικών κέντρων και τα άψυχα κουφάρια των οχημάτων, η γεωλογική αλλοίωση, η εξάπλωση πυκνής βλάστησης και η πλήρης εξάλειψη της ανθρώπινης ζωής, στολίζουν άκρως παραστατικά την ατμόσφαιρα του τίτλου. Ο κόσμος του παιχνιδιού χωρίζεται τμηματικά σε διάφορες περιοχές τις οποίες σταδιακά επισκέπτεστε. Κινούμενοι ανάμεσα σε πόλεις, λεωφόρους και δρόμους, βρίσκεστε να περιπλανιέστε σε ερήμους, υπόγειες σήραγγες, πλατείες, καθεδρικούς ναούς και μπουντρούμια.

Άσε με να σε ξεκοιλιάσω λιγάκι.

Διάσπαρτα υπάρχουν σεντούκια που περιλαμβάνουν τριών ειδών soul orbs σε πράσινες (health), κίτρινες (wrath-μαγεία) και μπλε (κυρίαρχο νόμισμα του παιχνιδιού) αποχρώσεις, για να μαζέψετε. Σε συγκεκριμένες τοποθεσίες, συναντάτε τον τυχοδιώκτη δαίμονα Vulgrim με τον οποίο, ανταλλάσοντας μπλε souls orbs, αγοράζετε όπλα, μαγικά, αναβαθμίσεις, combo κινήσεις, κτλ. Επιπλέον, μέσω του Vulgrim, εισέρχεστε στα serpent holes (fast travel) για να μεταφέρεστε με μεγαλύτερη ευκολία στα checkpoints του παιχνιδιού. Τέλος, αφότου κερδίσετε πίσω τον Ruin, το πιστό άτι του War, διασχίζετε ιππεύοντας τις περιοχές με περίσσια επιβλητικότητα. Αξίζει να σταθούμε λιγάκι παραπάνω στον μοναδικό σχεδιασμό του φλογερού Ruin, με το μαύρο σώμα του να κοσμείται από μυστικιστικά σύμβολα και κόκκινους σκαλισμένους ρούνους, ενώ ο καλπασμός του αφήνει ίχνη φωτιάς στο πέρασμά του.

Από την αρχή το παιχνίδι σας ωθεί σχεδόν γραμμικά να κινηθείτε προς μια προκαθορισμένη κατεύθυνση. Στην πορεία φυσικά, ανακαλύπτετε εναλλακτικές διαδρομές και shortcuts για να εξερευνήσετε, μέχρι να φτάσετε στον πολυπόθητο στόχο. Επίσης υπάρχουν φορές, όπου κλειδωμένες πόρτες φράζουν τον δρόμο σας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, πρέπει να ξεψαχνίσετε την ευρύτερη περιοχή για να βρείτε κάποιο κλειδί ώστε να ανοίξετε την εκάστοτε πόρτα. Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η εξερεύνηση, στην αρχή τουλάχιστον, δεν συντροφεύεται από πλήρη ελευθερία. Από τα μισά του παιχνιδιού και έπειτα, υπάρχουν περισσότερες επιλογές και δραστηριότητες (collectibles) στο free roaming του πράγματος, με τα serpent holes και το backtracking να αποκτούν μεγαλύτερη αξία.

Ειδική μνεία, πρέπει να γίνει στην αρχιτεκτονική και πολυμορφία των γρίφων, οι οποίοι αποδεικνύονται πραγματικά ευφυέστατοι και σύνθετοι στο σύνολο των δομών τους. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το επίπεδο του Black Throne (ίσως το απόλυτο highlight του παιχνιδιού), στο οποίο οι γρίφοι ακατάπαυστα διαδέχονται ο ένας τον άλλον. Η επίλυση των περισσότερων γρίφων απαιτεί τη χρήση διάφορων gadgets τα οποία συλλέγει ο War, κατά την διάρκεια του ταξιδιού του. Υπάρχει το Earthcaller, μια σάλπιγγα που έχει διττή χρησιμότητα: με το σάλπισμά της αφυπνίζετε κοιμώμενους γίγαντες οι οποίοι αποκαλύπτουν την διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσετε, ενώ παράλληλα η σάλπιγγα ακινητοποιεί για λίγα δεύτερα τους εχθρούς.

Η Abyssal Chain είναι μια αλυσίδα που αποδεικνύεται ιδιαίτερα χρήσιμη για να σκαρφαλώσετε σε υψώματα ή να κάνετε swing από το ένα σημείο στο άλλο α λα Spiderman. Το Voidwalker είναι ένα gauntlet με το οποίο σημαδεύοντας σε συγκεκριμένες επιφάνειες ανοίγετε δυο πύλες (portals) τη φορά και μπαίνοντας στην μια βγαίνετε από την άλλη. Το Tremor Gauntlet είναι μια σιδηρογροθιά που ενισχύει με σεισμικές δονήσεις το χέρι του War. Τα φτερά του Shadowflight βοηθούν τον War να αιωρείται στον αέρα. Το Crossblade είναι ένα αιχμηρό μπούμερανγκ που εκτοξεύετε πάνω στους εχθρούς για μερικό damage ενώ παράλληλα μπορείτε να το ρίξετε πάνω σε λάμπες που μετακινούν επιφάνειες και πατώματα για να μπορέσετε να κινηθείτε στο χώρο. Τέλος, το Mask of Shadows είναι μια απόκοσμη μάσκα που φοράτε, εντοπίζοντας πράγματα και στοιχεία στο χώρο που δεν είναι ορατά στο κόσμο των ζωντανών.

Tiamat, από τους εκλεκτούς του Destroyer.

Στο σύστημα μάχης κυριαρχούν το αίμα και η βία, με τους developers να μην ντρέπονται γι αυτό και καλά κάνουν σε τελική ανάλυση. Οι σωστοί συνδυασμοί επιθέσεων με το Chaoseater, το πιστόλι Mercy και το Scythe (δρεπάνι του Death), δημιουργούν άρτια εκτελεσμένες combo επιθέσεις ενώ η απόκρουση/αποφυγή επιθέσεων (dodge/block) και τα αιματηρά finishers, υποδηλώνουν ξεκάθαρα μια ακαταμάχητη ροπή του τίτλου προς το God of War. Η κινησιολογία των μαχών επιτρέπει να εναλλάσσετε σε πρώτο χρόνο melee με range επιθέσεις, με ομαλότητα και στιλ. Μετά από αλλεπάλληλα και εύστοχα χτυπήματα απέναντι στον κάθε εχθρό, εμφανίζεται η ένδειξη “Ο” πάνω από το κεφάλι του. Πατώντας το Ο, ο War συνθλίβει, ξεκοιλιάζει διαμελίζει και αποκεφαλίζει με μεγαλοπρέπεια, διατηρώντας έτσι μια παραδοσιακή QTE συνταγή. Ωστόσο, το Darksiders φροντίζει να μην κινηθεί εκ τους ασφαλούς, ακολουθώντας την ίδια πορεία που χάραξε το God of War. Εξηγούμαι: το Darksiders πράγματι χρησιμοποιεί και αυτό με τη σειρά του QTE μηχανισμούς, με την μόνη διαφορά ότι δεν υπερβάλλει, ούτε εξαρτάται από την συχνότητα τους, όπως αντίστοιχα πράττει το God of War. Στο Darksiders δεν αλληλεπιδράτε με κινηματογραφικά set pieces, στα οποία καλείστε να πατήσετε όλα τα κουμπιά του χειριστηρίου, με σκοπό να ολοκληρώσετε μια QTE ακολουθία.

Ο σχεδιασμός και οι λεπτομέρειες του εχθρικού πληθυσμού του Darksiders είναι ένα ακόμα μεγάλο επίτεγυμα των δημιουργών. Μην ξεχνάτε άλλωστε ότι η Vigil τότε ήταν ένα άβγαλτο και άπειρο studio ως προς την παραγωγική διαδικασία ΑΑΑ παιχνιδιών. Κάθε πιθανή και απίθανη μοχθηρή οντότητα παρελαύνει από μπροστά σας: φτερωτά, δίποδα, τρίποδα και τετράποδα τέρατα σας περιτριγυρίζουν συνεχώς. Από δίπλα ακολουθούν κάθε λογής δαίμονες, άγγελοι, καλικάντζαροι, νυχτερίδες, ερπετοειδή κλπ. Τέτοιου είδους παιχνίδι, δεν διανοείται να μην κοσμείται από bosses (Chosen of the Destroyer), τα οποία μπορεί να μην είναι πολλά σε αριθμό αλλά αποδεικνύονται αξιομνημόνευτα, ικανοποιώντας ακόμα και τους πιο απαιτητικούς, με τον βαθμό δυσκολίας και την τακτική που χρειάζεται για να νικηθούν.

Το οπλοστάσιο του War δεν περιορίζεται στο σπαθί του, στο δρεπάνι και στο πιστόλι των αδερφών του Death και Strife αντίστοιχα. Η μαγεία εξαρτάται από την συλλογή των wrath orbs. Οι μαγικές δυνάμεις του War χωρίζονται στα Stoneskin, Immolation, Blade Geyser και Affliction. Στο σύνολό τους, τα wrath abilities, αποτελούν σημαντικά αμυντικά και επιθετικά βοηθήματα του War, καθιστώντας έτσι στρατηγικής σημασίας τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται. Ενδεικτικά, το Stoneskin καλύπτει το σώμα του War με ένα πέτρινο κέλυφος, δεχόμενος έτσι λιγότερο damage. Με το Blade Geyser (AOE attack), ο War καρφώνει το σπαθί του στο έδαφος, εκτινάσσοντας πολλαπλές λεπίδες, χτυπώντας σε περιμετρική εμβέλεια, τους αντιπάλους. Το Immolation αυξάνει τις επιθέσεις σας με fire damage και με το Affliction ο War, καλεί ιπτάμενα ερπετά τα οποία επιτίθενται σε ότι κινείται. Επιπροσθέτως, ο War όταν εξαγριώνεται (rage mode), με το πάτημα των δυο σκανδάλων του χειριστηρίου, μεταμορφώνεται για λίγα δευτερόλεπτα σε έναν τεράστιο δαίμονα, σπέρνοντας χαμό επί της οθόνης.

Κάντε στην μπάντα, Death is coming!

Ένα από τα σημαντικότερα ατού του Darksiders είναι αναμφίβολα ο ήχος του. Τα πομπώδη και βαρυτονικά ξεσπάσματα εναρμονίζονται διαρκώς με απόκοσμες και οπερικές ψαλμωδίες, ντύνοντας απολύτως ταιριαστά την μουσική θεματολογία της αποκάλυψης. Η μουσική κατεύθυνση του Darksiders θυμίζει αρκετά τα Castlevania, με τις αργόσυρτες αλλά επικές μελωδίες των φιλαρμονικών ορχηστρών να ηχούν μεγαλοπρεπώς. Με μια λέξη, φανταστική δουλειά. Στα του voice acting, χωρίς να θέλω να φανώ υπερβολικός, η συνύπαρξη των Mark Hamill, Troy Baker και Liam ‘O Brien ως Watcher, Abaddon και War, δεν θα μπορούσε να μην είναι ονειρική. Από την μια, ο Mark Hamill, παραδίδει για πολλοστή φορά μαθήματα υποκριτικής, στη περίπτωση του Watcher, με τον πηγαίο αυτοσαρκασμό και το κοφτερό μαύρο χιούμορ. Ο Liam ‘O Brien, προσδίδει το απαιτούμενο μπάσο και σοβαρότητα, ενσαρκώνοντας φωνητικά τον War. Ο τρόπος με τον οποίο ο ήρωας “τσιγκλάει” στα όρια του αιχμηρού trash talking τους εχθρούς του είναι απολαυστικός. O Troy Baker, δίνει φωνή και προσωπικότητα στον Abaddon και τα καταφέρνει περίφημα. Δυστυχώς για τον ίδιο, η ερμηνευτική δεινότητα των δύο προαναφερθέντων επισκιάζει ακόμα και την δική του απόδοση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στερείται ποιότητας.

Δυόμισι χρόνια μετά το Darksiders και συγκεκριμένα τον Αύγουστο του 2012, κυκλοφόρησε το Darksiders 2. Η Vigil, πάντα σε συνεργασία με την THQ, επανήλθε με το δεύτερο μέρος της σειράς, αποφασίζοντας να εμπλουτίσει με περισσότερες προσθήκες τον κορμό του gameplay. Για τους ρόλους των creative directors επιστρατεύτηκαν οι Marvin Donald και Joe Madureira, με τον τελευταίο να εκτελεί εκ νέου χρέη σεναριογράφου, ενώ ο David Adams ανέλαβε το lead design του τίτλου. Ωστόσο, η “μεταγραφή αεροδρομίου” του στούντιο ήταν η πρόσληψη του συνθέτη Jesper Kyd (Assassin’s Creed) για την δημιουργία της μουσικής.

Σεναριακά, τα δεδομένα αλλάζουν άρδην. Η πρώτη μεγάλη αλλαγή έγκειται στην παρουσία νέου πρωταγωνιστή. Ξεχάστε τον νομοταγή και λιγομίλητο War. Ο Death, αναβάτης του χλωμού αλόγου Despair και αρχηγός των Καβαλάρηδων, κουβαλά στις πλάτες τον τίτλο του αντισυμβατικού και anti-mainstream ήρωα. Ύπουλος, νοσηρός και πανούργος, είναι λίγοι χαρακτηρισμοί για να περιγράψουν τον ψυχισμό του Death. Ο θρύλος αναφέρει ότι ο Death είναι ο Firstborn των Nephilim, ο πρωτότοκος της φυλής του. Όταν οι τέσσερις κατέφυγαν στο Charred Council, δηλώνοντας ταγμένοι να υπηρετήσουν τους νόμους του σύμπαντος, το ανώτατο συμβούλιο ζήτησε πειστήρια της υπακοής τους. Πιο συγκεκριμένα, απαίτησε τον αφανισμό κάθε Nephilim παραβάτη που έδειξε ασέβεια και προκάλεσε αναρχία στην ισορροπία. Τότε ο Death, ως αρχηγός των Καβαλάρηδων, ανέλαβε δράση, σφαγιάζοντας δίχως έλεος τη φυλή των Nephelim. Από τότε, φέρει το παρατσούκλι Kinslayer (πρωτοστάτη της γενοκτονίας των Nephilim), οι ψυχές των οποίων βρίσκονται καρφωμένες στο στήθος του, σαν ένα βάρος που οφείλει να επωμιστεί για το υπόλοιπο της ζωής του.

Καρτούν ξε καρτούν, είναι πανέμορφο.

Το Darksiders 2 διαδραματίζεται παράλληλα με τα γεγονότα του πρώτου παιχνιδιού. Ο Death ενημερώνεται από το Charred Council ότι ο War ξεκίνησε το Endwar, σπάζοντας την έβδομη σφραγίδα, επιτρέποντας στις δυνάμεις τις Κόλασης και του Παράδεισου να εισβάλουν στο αδύναμο βασίλειο της Γης, καταστρέφοντάς το ολοκληρωτικά. Ο Death άμεσα αποφασίζει να δράσει, προκειμένου να αποδείξει την αθωότητα του αδελφού του. Ξεκινώντας το παιχνίδι, βρίσκεστε να ιππεύετε την Despair ως Death, στην παγωμένη κοιλάδα του Veil. Στον ώμο του Death βρίσκεται ο πιστός σύντροφός του, Dust, ένα κοράκι το οποίο συχνά συμβουλεύεται ώστε να του υποδείξει τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει.

Στο βάθος διακρίνεται ένα κάστρο, έδρα του keeper of secrets (φύλακας των μυστικών), Crowmaster. Ο Death πιστεύει ότι ο Crowmaster, βαθύς γνώστης των συμπαντικών μυστικών γαρ, έχει κάποιο τρόπο να του προτείνει ώστε να αναστηθεί εκ νέου η ανθρωπότητα και ταυτόχρονα να αρθούν οι ψευδείς κατηγορίες που κρατούν δέσμιο τον War. Ο Crowfather παρότι εμφανίζεται αρνητικός στο να βοηθήσει τον Καβαλάρη, του συνιστά εν τέλει να ταξιδέψει στα Forge Lands, βασίλειο των δημιουργών Old Ones και εκεί να αναζητήσει το Tree of Life, την μήτρα της συμπαντικής ζωής. Χωρίς χρόνο για χάσιμο, ο Death ζητά από τον Crowfather να ανοίξει ένα portal με προορισμό τα Forge Lands. Το ταξίδι του Death έχει μόλις αρχίσει. Παρότι το πλούσιο lore των Darksiders, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, το Darksiders 2 σας βομβαρδίζει με ατελείωτες πληροφορίες, δημιουργώντας έτσι μια σεναριακή συμφόρηση, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι η ιστορία είναι ασύνδετη και δυσνόητη. Μεταξύ άλλων, ο Death γνωρίζει και αλληλεπιδρά με νέους αλλά και γνώριμους χαρακτήρες, όπως τον Vulgrim, Lord of Bones, Eidard, Muria, Crowfather, Alya, Samael, Lilith κλπ.

Σε ότι έχει να κάνει με το world building του Darksiders 2, η open-world προσέγγιση, συνδυαζόμενη με το γοτθικό και το μεσαιωνικό concept art, είναι γεγονός. Κάτι που αξίζει να σημειωθεί σχετικά με το art direction και το level design του είναι οι σαφείς επιρροές που αφομοιώνει από τον κόσμο του World of Warcraft. Μέσω του Death λοιπόν, ταξιδεύετε σε πέντε χάρτες, ο καθένας με το δικό του ύφος και με ξεχωριστά περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά. Λαγκάδια, λιβάδια, λίμνες, κατακόμβες, οχυρά, κάστρα, ναοί, τύμβοι, σπηλιές, υπόγειες στοές κτλ, δημιουργούν ένα φαντασμαγορικό και επικό σκηνικό που ξεχειλίζει ομορφιάς και καλαισθησίας. Συν τοις άλλοις, η εμφάνιση των λαβυρινθωδών dungeons με μπόλικους γρίφους και bosses, ενισχύει αυτήν την εξέλιξη. Προσωπικά θεωρώ ότι αυτή η dungeon crawler μετάβαση ταιριάζει γάντι στο παιχνίδι. Επιπροσθέτως, στον κόσμο του Darksiders 2, πέραν των κύριων αποστολών, συλλέγετε και δευτερεύουσες από τους διάφορους quest givers. Οι περισσότερες εκ των αποστολών μάλιστα, εξελίσσονται σε κλιμακωτά και συνδεόμενα chain missions που σας επιβραβεύουν με XP, ρουχισμό και οπλισμό. Οι συντελεστές επιβεβαιώνουν το σχεδιαστικό ταλέντο τους, δημιουργώντας ένα διόλου ευκαταφρόνητο εχθρικό οικισμό στον τίτλο. Αστείρευτη η ποικιλία σε σιχαμερά τέρατα, δαίμονες, αγγέλους, γίγαντες, νεκροζώντανους κτλ.

Χορεύοντας στον ρυθμό του Death.

Το Darksiders 2 στηρίζεται σε ένα leveling system. Η πρόοδος στο παιχνίδι, σκοτώνοντας εχθρούς και ολοκληρώνοντας αποστολές, συγκεντρώνει XP, ανεβάζοντας έτσι level τον Death, αυξάνοντας τις ζωτικές ενδείξεις και τα λοιπά στατιστικά στοιχεία (wrath, attack, defense κτλ.). Ταυτόχρονα, ο ήρωας επιδέχεται παραμετροποιήσεων από ένα skill tree που χωρίζεται σε δυο τύπους, τον necromancer που σχετίζεται με τις μαγικές ικανότητες και τον harbinger που απαρτίζεται από τις combat κινήσεις του χαρακτήρα. Φυσικά μπορείτε είτε να επενδύσετε skill points σε έναν από τους δύο τύπους, είτε να μετατρέψετε τον Death σε ένα ιδιότυπο υβρίδιο νεκρομαντείας και πολεμικής μηχανής. Το παιχνίδι δεν σας περιορίζει ούτε στο ελάχιστο στο πως θα “χτίσετε” τον Death. Το αντίθετο μάλιστα. Σας ενθαρρύνει να πειραματιστείτε, προσθαφαιρώντας skills, μέχρι να κατασταλάξετε στο επιθυμητό στιλ που σας ταιριάζει. Φυσικά loot-άροντας glit (βασικό μέσο συναλλαγής στο παιχνίδι), μπορείτε να αγοράζετε προμήθειες, όπλα, στολές και διάφορα ακόμα χρήσιμα αντικείμενα από τους διάφορους πωλητές. Μια ακόμη προσθήκη είναι το σύστημα διαλόγων. Ως Death μπορείτε να μιλάτε στους διάφορους χαρακτήρες έχοντας να επιλέξετε ανάμεσα σε τέσσερις δυνατές απαντήσεις. Η αλήθεια είναι πάντως, ότι το συγκεκριμένο στοιχείο δεν αξιοποιείται ικανοποιητικά, καταλήγοντας ως ανούσια και άνευρη εξέλιξη του gameplay.

Απαραίτητα εφόδια του Death εμφανίζονται τα διάφορα gadgets, πολλά εκ των οποίων έχουν γνώριμες ιδιότητες. Λόγου χάρη, το Death Grip, ένα γάντι που σας βοηθά στην κάθετη και οριζόντια κίνηση (platforming) στον κόσμο του παιχνιδιού, το Voidwalker με το οποίο ανοίγετε portals α λα Darksiders 1. Ενδιαφέρουσες προσθήκες είναι το Phasewalker, ένα gauntlet με το οποίο ελέγχετε τον χρόνο, μετακινούμενοι από το παρόν στο παρελθόν. Το ξόρκι Interdiction ενεργοποιείται όταν ο Death καλεί πνεύματα τα οποία στέλνει σε δυσπρόσιτα σημεία, ώστε να ανοίξουν μοχλούς και πόρτες προς όφελός του. Τέλος, το Soul Splitter έχει την ιδιότητα να δημιουργεί ένα πράσινο και ένα μωβ είδωλο του Death και ελέγχοντας ένα τη φορά, λύνετε γρίφους ή ανοίγετε μοχλούς, που βρίσκονται σε απομακρυσμένα σημεία.

Παικτικά, οι βελτιώσεις του Darksiders 2 το καθιστούν μια άκρως ανανεωμένη έκδοση του προκατόχου του. Ο σκελετός του gameplay, παρότι στρέφεται σε πιο RPG μονοπάτια, δεν παρεκκλίνει σημαντικά από τους βασικούς μηχανισμούς του πρώτου Darksiders. Ο Death, σα να είναι γνήσιος απόγονος των Rogues του WoW, εμφανίζεται περισσότερο ευκίνητος και ευλύγιστος, χειριζόμενος μια λεπίδα στο κάθε χέρι και όταν οι λεπίδες ενώνονται συνθέτουν το Harvester, το φημισμένο δρεπάνι, σήμα κατατεθέν του Χλωμού Καβαλάρη. Το βασικό οπλοστάσιο του Death συνοδεύεται επίσης από το Redemption, ένα πιστόλι για ranged επιθέσεις.

Θα πέσετε στα τέσσερα ή θα σας αρχίσω στις φάπες;

Οι μηχανισμοί μάχης λειτουργούν κατά μια έννοια πανομοιότυπα με το πρώτο παιχνίδι, με την μόνη διαφορά να έγκειται στις αυξημένες ταχύτητες των μαχών. Darksiders δίχως QTE finishers δεν γίνεται. Γι αυτό, κάθε φορά που η ένδειξη “Ο” προβάλεται πάνω από το κεφάλι κάποιου σακατεμένου από τα χτυπήματα εχθρού, ο Death φροντίζει να σας ενθουσιάσει με την ευρηματικότητα των εκτελέσεων του. Επίσης, ο ήρωας όταν γίνεται enraged, μεταμορφώνεται σε έναν νοσηρό Grim Reaper (χάροντα) πετσοκόβοντας με το πελώριο δρεπάνι του τους πάντες και τα πάντα. Η φαρέτρα του Death κοσμείται από πλήθος λεπίδων, τσεκουριών, σφυριών, πανοπλιών και ρουχισμού, τα οποία διαθέτουν πλήθος στατιστικών στοιχείων (attack, defense, critical strike κτλ). Μια ακόμη δραστηριότητα για τους λάτρεις της δράσης είναι η αρένα του Crucible, όπου εξασκείτε τις ικανότητες μάχης σας απέναντι σε ασταμάτητα κύματα εχθρών, με την πρόκληση και τον βαθμό δυσκολίας να κλιμακώνονται επικίνδυνα.

Ηχητικά το Darksiders 2 ήταν δεδομένο ότι θα τα πάει περίφημα, από τη στιγμή που ο τεράστιος Jesper Kyd κλήθηκε να αναλάβει τα decks. Τα δαιδαλώδη οπερικά ξεσπάσματα διαδέχονται ατμοσφαιρικά ambient samples, ενώ από δίπλα τα διακριτικά περάσματα της ηλεκτρικής κιθάρας του Kyd προσδίδουν ένταση και επιθετικότητα, την ώρα που oriental μελωδίες και εμβατήρια ορίζουν τον ρυθμό. Καταπληκτική δουλειά από τον Δανό καλλιτέχνη για μια ακόμη φορά. Από το voice cast, παρά τη συμμετοχή ηθοποιών όπως πχ ο James Cosmo, ξεχωρίζει αναπόφευκτα ο Καναδός Michael Wincott που ενσαρκώνει φωνητικά τον Death. Ο Wincott, γνώριμος badass του Hollywood και εμβληματικός κακός (Top Dollar) στο The Crow με τον αδικοχαμένο Brandon Lee, παραδίδει μια ερμηνεία για σεμινάριο. Με το κλασικό γρέζι στη φωνή, ο Death ακούγεται γλαφυρός όταν χρειάζεται, ειρωνικός όταν θέλει να καυτηριάσει και οργισμένος όταν θέλει να τρομοκρατήσει όποιον στέκεται εμπόδιο στον δρόμο του. Ακόμα και το σατανικό γέλιο του Death κάνει το αίμα να παγώνει και τα γόνατα να τρέμουν. Μεγάλος Michael Wincott, κυρίες και κύριοι!

Ο Joe Madureira, ενθουσιασμένος από τις προοπτικές και τις δυνατότητες της σειράς Darksiders, ξεκίνησε τον σχεδιασμό του δεύτερου κόμικ, βασιζόμενο στα γεγονότα και την ιστορία του Darksiders 2. Σε δηλώσεις του μάλιστα, έχει κάνει λόγο για συζητήσεις με τη Warner για μεταφορά και στον κινηματογράφο. Παρόλο που ο δρόμος για τη σειρά Darksiders φαινόταν να είναι στρωμένος με ροδοπέταλα, η αμφιβολία και η αβεβαιότητα έκαναν αιφνιδιαστικά την εμφάνισή τους. Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία: τα χρόνια οικονομικά προβλήματα που μάστιζαν την THQ οδήγησαν στην πτώχευση της εταιρείας, μόλις τέσσερις μήνες μετά την κυκλοφορία του Darksiders 2. Κάποια χρόνια αργότερα, η σουηδική Nordic Games κατάφερε να αποκτήσει, δια της νομικής οδού, το λογότυπο της THQ και τα πνευματικά δικαιώματα σειρών της πτωχευμένης εταιρείας. Το 2016 η Nordic μετονομάστηκε επίσημα σε THQ Nordic.

Μια λαίδη και τί λαίδη.

Τον Μάιο του 2017 η THQ Nordic ανακοίνωσε το Darksiders 3, το οποίο αναμένεται μέσα στο 2018, με τη Gunfire Games να έχει αναλάβει την ανάπτυξη. Προς τιμήν τους, τόσο η Gunfire Games όσο και η THQ Nordic έχουν προσλάβει πολλούς από τους συντελεστές των προηγούμενων Darksiders, ώστε να βοηθήσουν με την εμπειρία τους. Στο δίλεπτο τρέιλερ του Darksiders 3, βλέπουμε τον War αλυσοδεμένο να στέκεται μπροστά από το Charred Council. Την ίδια στιγμή, μια θηλυκή παρουσία κάνει την εμφάνισή της στο χώρο. Η Fury, η Καβαλάρισσα του μαύρου αλόγου, αφού πρώτα χαϊδεύει επιδεικτικά τον War στο πρόσωπο, ανεβαίνει τα σκαλιά του Charred Council. Το συμβούλιο της ανακοινώνει ότι οι Seven Deadly Sins (επτά θανάσιμες αμαρτίες), εκμεταλλευόμενες το χάος του Endwar, ξέφυγαν από την καταχθόνια φυλακή τους, αποτελώντας έτσι μια νέα απειλή που πρέπει να αντιμετωπιστεί. Το Charred Council ρωτά την Fury αν δέχεται την “πρόκληση”, με την τελευταία να ρίχνει ένα στιγμιαίο χαμόγελο απαντώντας καταφατικά.

Σύμφωνα με την Καθολική Εκκλησία, οι επτά θανάσιμες αμαρτίες (οκνηρία, αλαζονεία, ζηλοφθονία, οργή, απληστία, λαγνεία και λαιμαργία) στοχεύουν στη στέρηση της θείας χάρης και στην καταδίκη της ανθρώπινης ψυχής. Όσοι έχετε δει την ταινία Seven μπορείτε να πάρετε μια ιδέα σχετικά με την εννοιολογική πλευρά της συγκεκριμένης θεματολογίας. Στα του Darksiders 3, σαν θεματικό concept μοιάζει ιδανικό. Το γεγονός ότι η Gunfire Games καλείται να απεικονίσει υλικά και μεταφορικά τη σημασιολογία των επτά θανάσιμων αμαρτιών, παρουσιάζοντάς τις σαν bosses και επίδοξους αρχικακούς στο παιχνίδι, ως ιδέα την βρίσκω εξαιρετική.

Σύμφωνα με τη Gunfire Games, η Fury σαν χαρακτήρας είναι περισσότερο απρόβλεπτη και αινιγματική από τους War και Death, ενώ το σύστημα μάχης, σε θέματα ρυθμού και ταχύτητας, ισορροπεί ανάμεσα στα προηγούμενα παιχνίδια. Η Fury χειρίζεται ένα μακρύ μαστίγιο με το οποίο εφορμά στους αντιπάλους της, σαν ένας άλλος Gabriel Belmont, με την κίνησή της να μοιάζει αρκετά αέρινη. Μεταξύ άλλων, η Fury έχει mage ιδιότητες, οπότε λογικά η μαγεία έχει πρωτεύοντα ρόλο στο παιχνίδι.

Για come το δώθε αγαπητέ.

Εύκολα παρατηρεί κανείς και τη σαφή βελτίωση στον οπτικό τομέα του Darksiders 3, χωρίς βέβαια να απουσιάζει η καρτουνίστικη αισθητική της σειράς. Στο διαδίκτυο υπήρξαν κάποια βεβιασμένα σχόλια από μερίδα κόσμου, τα οποία ανέφεραν ότι το gameplay μοιάζει φτωχό, χωρίς ποικιλία combo κινήσεων, όπλων, animations κτλ. Οι δημιουργοί πάντως εμφανίζονται καθησυχαστικοί και διαβεβαιώνουν πως επιστρέφουν οι γρίφοι, τα dungeons, τα όπλα, τα RPG στοιχεία και όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που κοσμούν ένα πραγματικό παιχνίδι Darksiders. Προς τα τέλη ενός από τα βίντεο του παιχνιδιού, η Fury, αφού νωρίτερα κινείται ανάμεσα σε γνώριμα μεταποκαλυπτικά μονοπάτια και υπόγειες στοές, φτάνει σε μια πλατφόρμα αντιμέτωπη με το πρώτο εκ των επτά αμαρτημάτων, τον Sloth (όχι των Goonies). Ο Sloth που φέρει τον τίτλο Lord of the Flies, καθισμένος πάνω σε έναν θρόνο, μοιάζει με ένα γιγαντόσωμο και παχύσαρκο σκαθάρι το οποίο κουβαλούν μικρά σκαθάρια, καθόλη την διάρκεια της μάχης. Ο σχεδιασμός του Sloth φαίνεται ευρηματικός, υπερθεματίζοντας τον ορισμό της βουλιμίας και της λαγνείας.

Ολοκληρώνοντας, δεν θα μπορούσα να μην είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος για την επιστροφή του Darksiders. Ανέκαθεν θεωρούσα ότι είναι η πιο αδικημένη σειρά της προηγούμενης γενιάς, κυρίως ως προς το gameplay και τις δυνατότητες που παρέχει στον παίκτη. Με τη σειρά απελευθερωμένη από το ναυάγιο της THQ, οι Καβαλάρηδες βρίσκονται στις επάλξεις ξανά και η Fury δείχνει έτοιμη να ξεσκίσει κάθε άπιστο με το μαστίγιο της στο Darksiders 3. Πατήστε play στο Four Horsemen των Metallica και προετοιμαστείτε για την συνέχεια της Αποκάλυψης.